Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2007

ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ Νο 5

Tο Εργαλείο Νο 5 (και τελευταίο)
Θα μπορούσα να’ μουν δεμένος σ’ ένα καρυδότσουφλο και να νομίζω πως είμαι βασιλιάς σε χώρο απέραντο [φτάνει να μην είχα κακά όνειρα] Άμλετ –

See the morning sun,
οn the hillside,
not living good,
travel wide
-Bob Marley-
Tι ήταν Το Εργαλείο

Mία φορά και ένα καιρό γεννήθηκε το Εργαλείο. Το Εργαλείο ήταν φτιαγμένο από χαρτί και του άρεσε να κάνει βόλτες ανάμεσα σε κόσμο. Ή τουλάχιστον του άρεσε να νομίζει ότι το κάνει. Δεν θυμάται ακριβώς πώς άρχισε να υπάρχεί. Αυτό που μπορεί να ανακαλέσει είναι το σκοτάδι και ένα δυνατό αεράκι που το έσπρωχνε να περάσει κάτω από τα περιβάλλοντα τείχη.
Το Εργαλείο ήθελε όταν μεγαλώσει να γίνει κάτι πολύ σημαντικό: o πρόλογος για ένα βιβλιαράκι που θα είχε μέσα του όλες τις σημαντικές στιγμές –ωραίες και άσχημες- μίας ολόκληρης ζωής. Να γίνει δηλαδή ένα προσωπικό εργαλείο για την υπεράσπιση της μνήμης και την κατασκευή της ευτυχίας. Κάτι που από μόνο του θα ήταν αρκετό. Όμως πολύ γρήγορα ανακάλυψε ότι ο πρόλογος που θα ένωνε όλες αυτές τις στιγμές δεν είναι κάτι που μπορεί να τελειώσει εύκολα αλλά ότι εξελίσσεται με κάθε δευτερόλεπτο που περνά. Και έτσι αποφάσισε να μεγαλώσει και να βγει προς τα έξω.
Στην πρώτη του έξοδο έγινε ένα ανθρωπάκι που χάνεται σε ένα τρένο.
Στη δεύτερη μία γυναίκα που χορεύοντας “μαζεύει δύναμη” και την διοχετεύει.
Στην τρίτη έγινε «ασύνδετες προσπάθειες αποστασιοποίησης και επικοινωνίας», ένα ανθρωπάκι που κάνει κύκλους, εμφανίζεται σε ένα πλανήτη, χορεύει, χάνεται και ξαναεμφανίζεται.
Στην τέταρτη έγινε μία «έντυπη προσπάθεια έκφρασης και πράξης» ένας άνθρωπος χρησιμοποιεί το εργαλείο του για να κόψει κάτι.
Τώρα παίρνει την μορφή ενός παππού.
Ο παππούς αυτός είναι πολύ συμπαθητικός, σχεδόν αστείος με αυτά τα κουμπωτά μάτια του που σε κοιτάζουν απορημένα. Λες και δεν καταλαβαίνει πώς μπορεί να υπάρχει τόσο άγχος, φόβοι και ανασφάλειες στο κόσμο. Σαν να μην τον βαραίνουν τα χρόνια που έχει στην πλάτη του. Ανάλαφρος και σεβαστός. Μια φιγούρα αρκετά ελεύθερη, δεν νομίζεται; Ίσως για αυτόν ο θάνατος αποτελεί ένα ακόμη σημείο που θέτει το στοίχημα της ελευθερίας και ότι για αυτό το τέλος έχει σημασία σε όλα τα πράγματα. Το Εργαλείο θέλει να έχει ένα ωραίο τέλος γιατί έχει ανάγκη να αλλάξει μορφή.
Έτσι λοιπόν. Τι πέτυχε τελικά το εργαλείο; Ας μιλήσουμε λίγο για το τι ήθελε να πετύχει. Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που έκανε βασικά ήταν να σκέφτεται. Βασικά αυτό. Για το πώς θα καταφέρει να μιλήσει για την ζωή του, για την ζωή άλλων ανθρώπων, τις συνδέσεις στις οποίες μπορούμε να ελπίζουμε και τις ρήξεις που οφείλουμε να πραγματώσουμε. Αυτό που ήθελε να γίνει είναι αυτό:

Το σύμβολο ενός συναισθήματος από αυτά που θέλουν να αγκαλιάσουν ολόκληρο τον κόσμο. Ένα ουσιαστικό μέσω επικοινωνίας με τους πιο αγαπημένους ανθρώπους που δεν βρίσκονται δίπλα του. Ένα εργαλείο ενάντια στην προσωπική και κοινωνική σιωπή που θέλει να μιλήσει για το ζήτημα της επαναστατικής αλλαγής.
Το Εργαλείο φαντάστηκε ένα δικό του τρόπο για το κάνει αυτό. Σκέφτηκε ότι αν καταφέρει να είναι αληθινά και ειλικρινά ο εαυτός του σε αυτό που βγάζει προς τα έξω θα καταφέρει τελικά να πλησιάσει μερικούς ανθρώπους που θα αναγνωρίσουν σε αυτό ένα κομμάτι του δικού τους εαυτού. Έτσι θα μπορέσει να ανοίξει μία συζήτηση. Και ίσως στην πορεία να συναντήσει και άλλα εργαλεία. Ένας σπόρος που μπορεί να ριζώσει και να ξεριζωθεί σε χίλια μέρη χίλιες φορές. Το Εργαλείο ήθελε να είναι διάφανο. Αυτό που βλέπεις είναι αυτό που παίρνεις. Στην πορεία όμως ανακάλυψε ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι ωραίο να αφήνεσαι στις αντιφάσεις σου και να αντιμετωπίζεις με ευθύτητα τα λάθη που έρχονται αφού η ίδια η ομορφιά βρίσκεται στον ανταγωνισμό των αντιθέτων.
Επιπλέον και πιο σημαντικό, το Εργαλείο δεν κατάφερε να ανακαλύψει την άγνωστη αυτή ουσία που κάνει τους ανθρώπους να επικοινωνούν και να ανοίγουν μέσα από αυτή την διαδικασία καινούργια πεδία ο ένας για τον άλλον. Δεν μπόρεσε να την βρει ίσως γιατί αποδείχτηκε ότι ήταν περισσότερο μοναχικό από ότι θα ήθελε. Σαν ένα από αυτά τα πράγματα που έχεις την αίσθηση ότι το κάνεις για κάποιον άλλο. Δηλαδή σαν την διαμόρφωση μίας ιδεατής–πλατωνικής σχέσης με αυτά που κάνεις η οποία αυτοκαταναλώνεται και δεν μπορεί να γονιμοποιήσει μία ουσιαστική κατάσταση.
Το Εργαλείο προσπάθησε να βάλει σε τάξη κάποια στοιχεία μέσα του αλλά κάποια στιγμή είδε ότι δεν τα καταφέρνει και πολύ καλά. Ότι μάλλον μέσα από αυτή την διαδικασία άρχισε να διχάζεται περισσότερο ανάμεσα στην γραφή και την πράξη. Τι σημαίνει «γράφω κάποιες σκέψεις για τους άλλους»; Είναι η προσπάθεια να βγει προς το έξω ο καλύτερός εαυτός; Από ποία ανάγκη ξεκινάει αυτό; Μήπως περισσότερο βλέπεις τα πράγματα από μία απόσταση και λιγότερο παρεμβαίνεις σε αυτά; Μήπως αυτή είναι η ουσία της γραφής; Οφείλει να είναι αυστηρά προσωπική ή καθαρά δημόσια; Συνδέονται αυτά; Πώς η γραφή μετουσιώνεται σε πράξη;
Ενδόμυχα το Εργαλείο ήθελε να δημιουργήσει γύρω του κάτι ζωντανό, μία κοινότητα φίλων, αλλά φυσικά τα πράγματα δεν γίνονται έτσι. Χρειάζεται να ανακαλύπτεις τρόπους να δημιουργείς και να επεκτείνεις μία συναισθηματική εμπλοκή για αυτά με τα οποία νοιάζεσαι. Και αυτό σημαίνει νομίζω να εμπλέκεις πραγματικές σχέσεις μέσα από αυτά. Το άτομο δεν είναι δοχείο όπως η κοινότητα για να γεμίσει από μόνο του με σημασίες. Κάπως έτσι ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά του είναι αυτός της πράξης.
Και κάτι για τελείωμα. Η λέξη «Ελευθερία» προέρχεται από το ρήμα έρχομαι. Από το θέμα του ελευθ-ήσομαι και την κατάληξη –ια είναι η ελευθερία. Μία ερμηνεία για το νόημα της λέξης Ελευθερία ετυμολογικά είναι «Aυτή που την φέρνουν». Ποιοι; Από πού; Πότε; Ποιά; Το Εργαλείο παλιότερα θα έλεγε ότι η ελευθερία είναι πρώτα απ’όλα ένα συναίσθημα που πηγάζει από το εσωτερικό του ανθρώπου. Ότι έχει να κάνει με την ισορροπία, με την σταθερότητα στα πιστεύω, με το να θυμάσαι ποιος είσαι. Τώρα μαθαίνει όλο και περισσότερο ότι ελευθερία είναι «οι δυνατότητες που σου δίνουν οι άλλοι». Και θα ήθελε, για εσάς και για εμένα, η παραπάνω διαπίστωση να περνάει μέσα από μία γόνιμη καθημερινότητα όπου κάθε στιγμή θα είναι ευκαιρία για μία υπέρβαση. Και από μία επικοινωνία από αυτήν που σου γεμίζει το κεφάλι μέχρι το σημείο που πάει να σκάσει και μετά αδειάζει και γλυκαίνει όλο τον κόσμο. Και τέλος από την συναισθηματική συμμετοχή σε όλους αυτούς τους μικρούς και μεγάλους, προσωπικούς και κοινωνικούς αγώνες για τις αξίες της ελευθερίας και του κομμουνισμού στην κοινωνική έρημο στην οποία έτυχε να βρεθούμε. Ουφ το’ πα!
Επιφυλάσσομαι και ελπίζω για τα λάθη μου.
Αγάπη και Δύναμη!


Tι είναι το ταξίδι

Δεν μπορώ να ορίσω με μία φράση τι είναι το ταξίδι. Αν ήταν χρώμα θα ήταν το μαύρο της νύχτας που μόλις που σπάει όταν χαράζει. Αν ήταν πράγμα θα ήταν κάτι μικρό, ένα φορητό σταχτοδοχείο από αυτά που τα ανοίγεις, τα αδειάζεις, μετά τα γεμίζεις με στάχτη, τα κλείνεις και προχωράς. Πρώτα απ’ όλα είναι μία φαντασίωση. Αλλά δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό. Οφείλει να γίνει πράξη και δοκιμασία της ενότητά σου με τον κόσμο. Ταξίδι είναι να κοιτάς από το παράθυρο του τρένου και να γράφεις, να κολυμπάς χιλιόμετρα και να σκέφτεσαι τους δικούς σου, να περπατάς στην πόλη και να κοιτάς τους ανθρώπους στα μάτια, να πίνεις μία μπυρίτσα στο ποτάμι. Το ταξίδι είναι πρώτα απ’όλα αυτό που ονειρεύεσαι. Αλλά οφείλεις να το κάνεις πράξη∙ ήρεμα, εύκολα και ωραία.
- Γιατί φεύγεις συνεχώς; Για να διατηρήσεις την ψευδαίσθηση της ελευθερίας; Τότε αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ελευθερία;
- Υπάρχει και δεν υπάρχει. Κάνω κύκλους. Φεύγω και επιστρέφω. Ελεύθερος και δεσμευμένος.
Nα ξέρεις όμως ότι η πράξη σκοτώνει την φαντασία. Τέρμα τα ψέματα! Δεν υπάρχει ο παράδεισος στην λατινική Αμερική, η ανατολή δεν είναι γεμάτη μεθυστικά αρώματα, η φιλία δεν κινείται στα βαγόνια και στα χόστελ. Παντού όλα είναι τα ίδια και χειρότερα και αυτό είναι η αλήθεια. Και την ίδια στιγμή που το λες αυτό κάτι αρχίζει να σε ενοχλεί. Αν ήταν πράγμα θα ήταν κάτι μικρό, μία καρφίτσα που ξέχασες στο παντελόνι. Σε ξυπνάει και σου λέει λόγια, σου υπόσχεται τις πιο έντονες στιγμές, όλα όσα θα ήθελες να κάνεις. Μία Ελευθερία. Ψεματάκια που τα χάφτεις οικειοθελώς και ανιδιοτελώς.

- Tότε πρέπει να μείνω ή να φύγω; Γιατί προφανώς δεν έχει κανένα νόημα. Αν είμαι δεσμευμένος τότε δεν είμαι ελεύθερος. Και αν ο σκοπός είναι να επιστρέψω, τότε γιατί να φύγω;
Ας είναι έτσι. Το ταξίδι μπορεί να είναι μία τάση φυγής αλλά δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό. Μπορεί να είναι και φιγούρα αλλά δεν μπορεί να μένει εκεί. Γιατί αργά ή γρήγορα θα γίνει καθρέφτης, θα σε φτύσει και θα σε πετάξει από πάνω του. Tο ταξίδι οφείλει να είναι μία έκφραση της ανάγκης σου για τους άλλους. Γιατί αλλιώς το μόνο που υπάρχει είναι το κενό. Το αίσθημα του ταξιδιού είναι αυτό που με ωθεί να φύγω για να επιστρέψω δυνατότερος, να μοιραστώ, να κάνω και να γίνω περισσότερα.
- Mα αυτή είναι η ουσία του: Να επιθυμήσεις ένα άλλο μέρος, να φύγεις και να φτάσεις ξανά στο μέρος με το οποίο έχεις δεθεί. Αυτό δεν θα το ήθελες ούτε κανένα άλλο μέρος στον κόσμο, αλλά έτσι κι αλλιώς∙ από εκεί δεν θα ήσουν υποχρεωμένος να αναχωρήσεις, γιατί θα βρισκόσουν στο πουθενά. Και είσαι επίσης στο πουθενά αν αυτό είναι το μόνο μέρος που έχεις.
(Με πλάγια από το βιβλίο του Mesa Selimovic "Death and the Dervish")
We do not know when the revolution will triumph.
But we know that the revolution is with us.
And there is no doubt that if the revolution is crushed,
it will be crushed because on this occasion we have been defeated
αnd never because we have found it useful to compromise.
We will have on events, the kind of influence which will reflect
our numerical strenght, our energy, our inteligence and our intransigence.
Even if we are defeated, we will have performed a worthy task
for human progress is measured by the persistence and regeneration
of selflessness and the willingness to see beyond the limits of our own time.
And if today we fall without compromising,
we can be sure of victory tomorrow.
Simple Men



Νοιώθεις ποτέ έτοιμος,
πραγματικά να χάσεις
τον έλεγχο;

Για τις στιγμές, τις μουσικές, τις κουβέντες, τις σιωπές, τις απογοητεύσεις, την βαρεμάρα, τα όνειρα, τον θυμό, τον έρωτα, τους εφιάλτες, τις ιδέες που τριγυρίζουν στους διαδρόμους, τις αίθουσες, τις ταράτσες και τα υπόγεια της κατάληψης Φάμπρικα Υφανέτ.

ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ Νο 4

TO EΡΓΑΛΕΙΟ Νο 4
Έντυπη προσπάθεια έκφρασης και πράξης


Τι είναι το Εργαλείο;

Η γη μας μαθαίνει πιο πολλά απ’ όσο όλα μαζί τα βιβλία. Γιατί μας αντιστέκεται. Ο άνθρωπος ανακαλύπτει τον εαυτό του όταν αναμετριέται με αυτό που αντιστέκεται. Μα για να το ζυγώσει χρειάζεται κάποιο εργαλείο. Του χρειάζεται μία διχάλα ή ένα αλέτρι. Ο χωριάτης με τον μόχθο του ξεριζώνει λίγο λίγο κάποια μυστικά απ’ τη φύση και γίνεται παγκόσμια η αλήθεια που ξεσκλαβώνει. Έτσι και το αεροπλάνο, το εργαλείο αυτό των αιθέρων, ανακατώνει τον άνθρωπο με όλα τα προβλήματα που υπήρχαν από παλιά στη ζωή...
Εισαγωγή από το βιβλίο «Η γη των ανθρώπων» του Αντουάν Ντε Σαϊντ Εξυπερύ

Εditorial

Παλιότερα μία εφημερίδα τοίχου μπορεί να ήταν αρκετή για να κυκλοφορήσει ένα μήνυμα μεταξύ εκατοντάδων ανθρώπων. Σήμερα χρειάζονται εκατοντάδες χαρτιά, κείμενα, αφίσες, τρικάκια για να μπορείς να κάνεις την υπόθεση ότι το περιεχόμενο ενός μηνύματος έγινε κατανοητό τουλάχιστον από ένα άτομο. Eπιπλέον είναι τόσα τα έντυπα που κυκλοφορούν ανάμεσά μας ώστε είναι δύσκολο να βρεις κόσμο που να δώσει βάση σε δύο κουβέντες. Αυτό αντανακλάται και στα ίδια τα έντυπα που ακόμα κι αν προσπαθούν να το αποφύγουν είναι «κάπως».
Πολλές φορές σε αυτά που γράφουμε λείπει κάτι από τη ζωή. Αυτό που λείπει από το γραπτό λόγο που ερχόμαστε σε επαφή (κείμενα, μπροσούρες, αναλύσεις, περιοδικά, εφημερίδες) είναι μία άλλη αισθητική της επικοινωνίας. Μία αισθητική που από μόνη της θα λέει πράγματα και η οποία δεν μπορεί παρά να έχει να κάνει με συναισθήματα, ένστικτα και ορμές που αδυνατούν να παρουσιαστούν, με ιδέες και γενικότερα με μία αίσθηση κίνησης ή μάλλον καλύτερα αναχώρησης. Mε τον όρο «αισθητική της επικοινωνίας» επιχειρείται να οπτικοποιηθεί ο Λόγος, να μεταφερθεί στις τρεις διαστάσεις, να αποκτήσει χρώμα, ήχο, μορφή. Αυτή η αμεσότητα, που σου τρυπάει το κόκαλο είναι σίγουρα ένα από τα συστατικά τις επικοινωνίας, αυτής της άλλης αισθητικής. Ο Schiller υποστήριζε ότι, για να λύσει κανένας το πολιτικό πρόβλημα «πρέπει να περάσει μέσα από το αισθητικό, αφού εκείνη που οδηγεί στην ελευθερία είναι η ομορφιά». Κρίνεται δύσκολο να περιγραφτεί περισσότερο τι σημαίνει αυτό. Γεγονός είναι όμως ότι έχει μία δόση αλήθειας και όταν η διαδικασία αυτή γίνεται βίωμα καταλαβαίνουμε ότι, με όλες τις αδυναμίες που μπορεί να έχει, αυτό είναι αρκετό.
Το Εργαλείο δεν θα ήθελε να κριθεί από το βαθμό καινοτομίας του περιεχομένου του αφού αυτός δεν είναι ο στόχος του. Είναι περισσότερο μία χειρονομία. Προέκυψε σε κάποια φάση ως ένα φυλλαδιάκι μεταξύ φίλων και από τότε ανοίγει κάπως. Επιδιώκει να αποτελέσει στοιχείο μίας συζήτησης που υπάρχει ανάμεσά μας αλλά δεν λέει να ξεκινήσει.

Ένα παραμύθι (εντυπώσεις από ένα ταξίδι προς τα ανατολικά)

Τα πιο ωραία παραμύθια είναι αυτά που προκύπτουν από κάποιο μύθο. Έτσι και εγώ άκουσα μία ιστορία για το ρόδο του Ισφαχάν η οποία μου σφηνώθηκε στο μυαλό. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσα με τίποτα να θυμηθώ τι έλεγε αυτή η ιστορία, την είχα ξεχάσει εντελώς και μου είχε μείνει μόνο μία έντονη εντύπωση. Ρώτησα διάφορο κόσμο. Μία βοτανολόγος είπε ότι μπορεί να πρόκειται για το τριαντάφυλλο του Μωάμεθ που βγαίνει κάθε δύο μήνες την άνοιξη σε ένα κήπο στο νότιο Ιράν. Μία μαγείρισσα μου είπε ότι πρόκειται για ένα σπάνιο μπαχαρικό ενώ ένας φοιτητής είπε ότι είναι ένα είδος σχεδίου χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής του Ισλάμ. Όμως τίποτα από αυτά δεν έφτανε τις προσδοκίες μου.
Δρόμο παίρνω δρόμο αφήνω και φτάνοντας στο Ισφαχάν πρόσεξα ότι ήταν γεμάτο από ανθρώπους που κάτι ψάχνανε. Πήγαιναν στην πλατεία και ρωτούσαν όποιον ξένο έβλεπαν για διάφορα πράγματα που έχουν να κάνουν με τον έξω κόσμο. Στην πραγματικότητα ήταν κάτι σαν φυλακισμένοι∙ γνώριζαν τουρίστες όπως εγώ για να ταξιδέψουν μακριά από την πόλη τους. Για το ρόδο του Ισφαχάν πάντως δεν ήξεραν τίποτα. Φαντάστηκα ότι τελικά θα ήταν ένα ψέμα, μία ψευδαίσθηση, κάτι ασήμαντο δηλαδή που άκουσα κάπου. Κάποια στιγμή όμως με πλησίασε ένας τύπος από αυτούς που έχεις την αίσθηση ότι σίγουρα θα σου πουν κάποια κοινοτυπία ή χαζομάρα. Με ρώτησε από πού είμαι και όταν του είπα ότι είμαι από την Ελλάδα μου είπε πολλές φορές πόσο πολύ του αρέσει η μυθολογία και ιδιαίτερα ο μύθος του Προμηθέα.
Αρχίζει να μου διηγείται πώς ο Ηρακλής συνάντησε τον Προμηθέα στον Καύκασο, όπου ήταν δεμένος σ' ένα βράχο του βουνού και ένας αετός ερχόταν και του έτρωγε το συκώτι. Τον είχε τιμωρήσει ο Δίας επειδή δεν πειθάρχησε και έδωσε τη φωτιά στους ανθρώπους, ένα πολύτιμο δώρο που άλλαξε τη ζωή τους. Ο Ηρακλής σκότωσε τον αετό και απελευθέρωσε τον Προμηθέα.
Μου εξήγησε ότι του αρέσει πολύ αυτή η ιστορία γιατί ενσαρκώνει την επιθυμία του ατόμου να θέλει να γίνει το ίδιο η μία ουσία του κόσμου, πράγμα το οποίο το οδηγεί στο να διαπράττει ιεροσυλία και να υποφέρει. Η δύναμη που απελευθερώνει τον Προμηθέα από τα δεσμά του αποτελεί τη χαρούμενη ελπίδα ότι ο άνθρωπος μπορεί να απαλλαγεί από την επιβαλλόμενη οδύνη μέσα από την επίτευξη μίας επανακεκτημένης ενότητας. Με ρώτησε αν ήξερα τι απέγινε τελικά ο φορέας αυτής της δύναμης. Του μίλησα τότε για το τέλος του Ηρακλή.
Ο Ηρακλής έπρεπε να περάσει από τον ποταμό Εύηνο μαζί με την γυναίκα του την Δηιάνειρα. Στον ποταμό Εύηνο όμως είχε καταφύγει ο Κένταυρος Νέσσος μετά από την εξόντωση των υπόλοιπων Κενταύρων από τον Ηρακλή. Ο Νέσσος εκτελούσε χρέη πορθμέα του ποταμού, δηλαδή περνούσε απέναντι όποιον ήθελε να διαβεί το ποτάμι. Ο Ηρακλής πέρασε μόνος του το ποτάμι όμως τη Δηιάνειρα την πήρε στη ράχη του ο Νέσσος. Μόλις τελείωσε το έργο του προσπάθησε να την κλέψει, οι δυνατές φωνές της κινητοποίησαν τον Ηρακλή, ο οποίος με μια σαϊτιά έκοψε το νήμα της ζωής του Νέσσου.
Πεθαίνοντας ο Νέσσος συμβούλεψε τη Δηιάνειρα να αναμίξει το σπέρμα του με το αίμα που έρεε από την πληγή του για να φτιάξει ένα φίλτρο που θα έδενε τον Ηρακλή για πάντα κοντά της. Όταν ο Ηρακλής φόρεσε το ρούχο, το οποίο είχε εμποτιστεί με το φίλτρο, το ένιωσε να κολλά επάνω του και επιχειρώντας να το βγάλει έσκιζε μαζί και τις σάρκες του. Η Δηιάνειρα αυτοκτόνησε και ο Ηρακλής, άναψε μεγάλη πυρά και μπήκε μέσα για να καεί.
Αυτή η ιστορία εντυπωσίασε πολύ τον φίλο μου γιατί του έκανε κάτι σαν μία βαθύτερη γνώση. Ο Ηρακλής, ο ήρωας των ανθρώπων έγινε τελικά ένα με την ουσία του Κενταύρου το κατεξοχήν σύμβολο της συνύπαρξης του ανθρώπινου με το ζωώδες. Με άλλα λόγια η ηράκλεια δύναμη που νομιμοποιεί την ανταρσία του τιτάνα Προμηθέα δίνοντας στους ανθρώπους τη δύναμη να υποβαθμίσουν τoυ ολύμπιους θεούς, τελικά γίνεται ένα με την ουσία της αρχέγονης πεσιμιστικής αλήθειας που αντιπροσωπεύει ο κόσμος των διονυσιακών πλασμάτων όπως ο Κένταυρος. Ότι η δράση δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα στην αιώνια φύση των πραγμάτων, ότι δεν υπάρχει τίποτα. Ότι η γνώση σκοτώνει τη δράση και έτσι η δράση χρειάζεται τα πέπλα της ψευδαίσθησης.
Τότε με ρώτησε αν μου αρέσουν τα ποιήματα και όταν απάντησα πως ναι πήρε ένα χαρτάκι από το έδαφος και μου έγραψε το εξής:
Windows
People tell me
That windows
Don’t have feelings
Or a heart
But when the glass
Of a window
Is steamed up
And I’m writing
With my finger on it
The words ‘I love you’
Then the window panes
Start to cry
Στο τέλους του χαρτιού, μού έγραψε τη λέξη Sepaha και μου είπε ότι αυτό είναι το πραγματικό όνομα της πόλης, πράγμα που οι κάτοικοί της το έχουν ξεχάσει από καιρό. Καθίσαμε και συζητήσαμε ώρες εκείνο το βράδυ. Δεν το ρώτησα τίποτα για το ρόδο του Ισφαχάν γιατί ούτε καν μου πέρασε απ’ το μυαλό.

Συντεταγμένες (σκέψεις που γίνονται μέσα στα λεωφορεία)

1. Χρόνος

Όλοι και όλες περιμένουν κάτι να συμβεί. Συνήθως οι επιθυμίες αποτυπώνονται με το γραπτό λόγο σε ημερολόγια, σημειωματάρια και πολλά άλλα. Εκεί στα κρυφά μεταφέρονται αδιαπέρατες σκέψεις, ο καθένας βρίσκει τρόπους για να περνάει μηνύματα προς τον εαυτό του κάτω από τα τείχη. Η ζωή που δεν βγαίνει από το κλουβί, η ηρεμία που γίνεται βάλτος, η ανησυχία που γίνεται κόμπος, ερωτήματα που δεν τίθενται…
...οπτικές που δεν θα δούμε ποτέ. Περιμένεις να ακούσεις κάτι για αυτό το κάτι; Σχέσεις που καταναλώνουν dvd, ένας ολόκληρος κόσμος μένει ανεξερεύνητος στα πάρτυ που γίνονται τα ίδια και τα ίδια, στις οικογένειες που μεταφέρουν τα ίδια σκατά στο πίσω μέρος του κεφαλιού των παιδιών, στους έφηβους που βγαίνουν λίγο προς τα έξω και μερικές φορές δημιουργούν μία αίσθηση ότι ο συμβιβασμός είναι μεγαλύτερος από ποτέ άλλοτε.

2. Χώρος

Ο κόσμος είναι σαν ένα νόμισμα με δύο όψεις. Ό,τι είναι για την Ανατολή το Ισλάμ είναι για τη Δύση η καταναλωτική κοινωνία. Στις χώρες της Ανατολής η θρησκεία του Ισλάμ εισχωρεί σε όλους τους τομείς της ζωής και είναι βαθιά ριζωμένη στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Ακόμα και ο πιο νέος και συνειδητοποιημένος κόσμος που σκέφτεται και αμφισβητεί έχει στο πίσω μέρος του κεφαλιού του ένα φόβο που παραμένει από μία μακρόχρονη διαδικασία χειραγώγησης και πλύσης εγκεφάλου.
Το ίδιο συμβαίνει στη δύση. Η καταναλωτική κοινωνία αποτελεί με ανάλογο τρόπο ένα ανορθολογικό σύστημα που καθορίζει ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής (με κάποια εναλλακτικά στοιχεία είναι η αλήθεια), δημιουργεί έναν κόσμο που δεν χωράει τίποτα άλλο. Για τα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα, ο καλύτερος τρόπος να περάσει κανείς τον ελεύθερό του χρόνο είναι μία βόλτα σε ένα εμπορικό κέντρο – τέτοιες εικόνες και ρόλοι γίνονται μοντέλα ζωής σε ένα μεταφυσικό σύστημα που στερείται περιεχομένου.

3. Άτομο & Συλλογικότητα

Η αμοιβαιότητα και η αλληλοβοήθεια είναι αξίες που έχουν τόσο μεγάλη ιστορία (αλλά και τόσο άγνωστη) όσο η ιστορία του ανθρώπου. Αν παρατηρήσουμε την παρουσία τους στην καθημερινή ζωή των σύγχρονων κοινωνιών δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε ότι κάτω από την πραγματικότητα της αλλοτρίωσης και του πολέμου στην οποία ζούμε υπάρχει μία μέθοδος ζωής και κοινωνικής οργάνωσης η οποία είναι, ακόμα και σήμερα, μία λειτουργική αρχή μέσα στην κοινωνία.
Είναι απίστευτο πώς μικρά πράγματα αρκούν για να μετατρέψουν απλές πράξεις όπως το φαγητό, τη φιλοξενία, το χάρισμα ενός ασήμαντου αντικειμένου, ένα χαμόγελο σε μαγικές στιγμές.
Η ουσία βρίσκεται σε αυτή την έκπληξη που νοιώθεις όταν μπορεί να βρεθείς στα πιο περίεργα μέρη του κόσμου και να συναντήσεις τους ίδιους ανθρώπους που να σου θυμίζουν κάτι από τους παλιούς φίλους.
Η αμοιβαιότητα και η αλληλοβοήθεια επιβιώνουν μέσα στις πιο απάνθρωπες συνθήκες και αποτελούν την εκ του αντιθέτου απόδειξη της συνύπαρξης του καλού και του κακού, ότι μέσα στην ιστορία των αυτοκρατοριών υπάρχει μία άλλη ιστορία που μένει να την ανακαλύψουμε. Εδώ κολλάει και η φράση του Κούντερα ότι «ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της Μνήμης ενάντια στην Λήθη*».
Μερικές φορές δημιουργείται η αίσθηση ότι ο κόσμος είναι σαν μία χημική αντίδραση. Σε αυτή την αλλαγή μπορούμε να γίνουμε οι δείκτες, oι καταλύτες του χρόνου μέσα στο χρόνο, να κάνουμε ορατό το γεγονός ότι η εξέλιξη ήταν πάντα μία βίαιη διαδικασία, η οποία ταρακουνάει τους ανθρώπους, τους μπερδεύει και αφήνει ανοιχτές μία σειρά από επιλογές. Η ύπαρξη αυτών των επιλογών είναι η ουσία της ελευθερίας.
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία η Λήθη είναι ένας από τους πέντε ποταμούς που χωρίζει τον κόσμο των ζωντανών από τους νεκρούς. Οι ψυχές των νεκρών πίνουν από το νερό της Λήθης για να ξεχάσουν την προηγούμενη ζωή τους αφού έχουν επιλέξει την επόμενη.


Λίγα λόγια για το στρατό (…παντού συμβαίνει το ίδιο)

Μιλώντας με διάφορους νέους σε ολόκληρο τον κόσμο σχετικά με το στρατό μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι παντού συμβαίνει το ίδιο. Ό στρατός πρώτα από όλα αποτελεί μία υποχρέωση η οποία λειτουργεί ως προϋπόθεση για να συνεχίσει κανείς την ζωή του. Να μπορεί να ταξιδέψει, να βρει δουλειά, να μην έχει προβλήματα με την αστυνομία. Είναι κάτι σαν το διαβατήριο για μία ζωή με τα προφανή δικαιώματα. Ο στρατός είναι ένας θεσμός που, σε ολόκληρο τον κόσμο, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να κρατάει τους πολίτες ενός κράτους ομήρους.
Είναι πολύ δύσκολο να γνωρίσεις τους ανθρώπους αυτούς που με τη θέλησή τους στηρίζουν αυτό το θεσμό. Αυτό που υπάρχει και είναι πραγματικά λυπηρό είναι οι άνθρωποι που δεν έχουν φύγει ποτέ από τα μέρη τους, που έχουν εμποτιστεί με μερικά στάνταρ κοινωνικά κατασκευάσματα του στυλ «θα προστατέψω την πατρίδα», «θα ζήσω μία διαφορετική εμπειρία», «θα είναι ωραία όταν θα φεύγω και θα με αποχαιρετούν οι φίλοι μου»... και δεν ξέρω εγώ τι άλλο. Αυτά, όσο τραγελαφικά και αν ακούγονται είναι μία πραγματικότητα με την οποία μπορεί εύκολα να έρθει κανείς σε επαφή αν πάει μία βόλτα από τον σταθμό των τρένων για να δει τι γίνεται όταν αναχωρούν οι καινούριες σειρές.
Το παραπάνω όμως δεν είναι απαραίτητα ο κανόνας. Ο κανόνας είναι ο κόσμος που το βλέπει ως αναγκαίο κακό με μία μεγάλη δόση ανοχής, είναι κάτι που μένει σαν συνήθεια σε μία ζωή όπου σε σχολεία, πανεπιστήμια, δουλειές υπομένουμε τις καταστάσεις μέχρι «να τελειώνουμε και με αυτό» αφήνοντας να μας κλέβουν κι άλλο χρόνο από τις ζωές μας.
Ο στρατός είναι ένας θεσμός που αλλάζει. Αφήνει πίσω το μοντέλο του μαζικού κληρωτού σώματος, με μία πορεία προς το ευέλικτο μισθοφορικό στράτευμα. Μετατρέπεται σε μία δύναμη που θα είναι πιο επιθετική, στοχεύοντας σε επεμβάσεις εκτός των συνόρων, απαλλαγμένη από μειονεκτήματα του παρελθόντος όπως, η όχι και τόσο ετοιμοπόλεμη φιγούρα του κληρωτού και πιο εξειδικευμένη, αφού στηρίζεται σε όπλα υψηλής τεχνολογίας.
Στην εποχή μας ο πόλεμος είναι διαφορετικός. Πόλεμος είναι και η διαδικασία της ειρήνης που στηρίζει την πολεμική μηχανή. Ο στρατός σήμερα τείνει να θυμίζει περισσότερο αστυνομία και η αστυνομία περισσότερο στρατό. Σώματα όπως οι συνοριοφύλακες και οι ειδικοί φρουροί έχουν έντονη παρουσία στους δημόσιους χώρους των πόλεων. Επίσης εισάγονται από το εξωτερικό καινούριοι αστυνομικοί θεσμοί με πολιτικά χαρακτηριστικά όπως ο αστυνομικός της γειτονιάς, η δημοτική αστυνομία, τα προγράμματα εθελοντικής φύλαξης. Η παρουσία πολυβόλων στις πλατείες πρώτα από όλα συμβολίζει την εμπλοκή του στρατιωτικού με το αστυνομικό και το κοινωνικό.
Ένα άλλο σημείο είναι ότι από το τέλος του ψυχρού πολέμου και μετά, ο στρατιωτικός τομέας στηρίζεται όλο και περισσότερο σε ιδιωτικούς στρατούς (Private Military Firms) που αναλαμβάνουν διαφόρων ειδών υπηρεσίες από μισθοφόρους μέχρι γενική ασφάλεια, συντήρηση και στρατιωτικό σχεδιασμό. Τέτοιες εταιρείες παίζουν σημαντικό ρόλο σε συρράξεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Στις μέρες μας τα θέματα εθνικής ασφάλειας αφήνονται πλέον όλο και περισσότερο σε ιδιώτες πράγμα που παλιότερα θα θεωρούνταν αδιανόητο.
Αυτές οι αλλαγές έχουν αφήσει πολύ πίσω τους παραδοσιακούς τρόπους άρνησης του στρατού οι οποίοι φαίνονται να είναι ανεπίκαιροι. Η ολική άρνηση στράτευσης αποτελεί μία επιλογή που αν και είναι ιδεολογικά καθαρή, με δημόσιο και κοινωνικό χαρακτήρα δεν είχε ποτέ αποκτήσει στη Ελλάδα μία κινηματική υποδομή που να την στηρίζει. Σαν να είναι μία ιδέα άλλης εποχής. Από την άλλη μεριά η αντίρρηση συνείδησης θυμίζει κάτι από δεκαετία του 60. Η επιλογή αυτή έχει συνδεθεί με την εκπόνηση εθελοντικής θητείας ή οποία, αν και έχει νομιμοποιηθεί κοινωνικά κάπως, σε αναγκάζει να πληρώσεις τα αντιμιλιταριστικά σου πιστεύω με επιπλέον χρόνο από την ζωή σου, λες και τους τον χρωστάμε κι από πριν.
Η επιλογή του τρελόχαρτου (Ι5) αποτελεί τη συνηθέστερη μέθοδο αποφυγή της στρατιωτικής θητείας σήμερα στην Ελλάδα αφού χιλιάδες άνθρωποι, με πολύ διαφορετικά κίνητρα ο ένας από τον άλλον έχουν περάσει από αυτή την διαδικασία. Η συγκεκριμένη πρακτική έχει λάβει τόσο μεγάλες διαστάσεις ώστε, παρά τα ατομικιστικά της στοιχεία, αναμφίβολα εκφράζει μία διογκούμενη άρνηση του στρατού που υπάρχει διάχυτη στην κοινωνία αλλά δεν γίνεται δημόσια. Το Ι5 χαρακτηρίζεται από μία αυξανόμενη έλλειψη επιπτώσεων αφού αποτελεί απόρρητο προσωπικό δεδομένο που δεν μπορεί να ελεγχθεί από καμία υπηρεσία συμπεριλαμβάνοντας τις περιπτώσεις των προσλήψεων από το δημόσιο. Tέτοιου είδους πληροφορίες πρέπει να βγαίνουν ευρύτερα προς τα έξω έτσι ώστε το Ι5, πέρα από το χαρακτηριστικό της προσωπικής καβάντζας, να μπορεί να υιοθετηθεί από περισσότερο κόσμο.
Θεωρείται ότι οι λόγοι για τους οποίους κάποιος θα επέλεγε να αποφύγει το στρατό είναι αυτονόητοι. Δεν χρειάζεται για κανένα λόγο να βλέπουμε τους δικούς μας ανθρώπους να πλησιάζουν τα όρια του παραλογισμού. Έχουμε ένα ολόκληρο κόσμο να δούμε και πολλούς φίλους για να φροντίσουμε. Ε ναι λοιπόν, ολική άρνηση, ανυποταξία, αντίρρηση συνείδησης, Ι5… κάτι τέλος πάντων!

O κιθαρίστας της παρέας (μία προσπάθεια σκιαγράφησης ρόλων)
Ένα πράγμα ενώνει όλο τον κόσμο. Ακόμα και στην Ισλαμική Δημοκρατία (!) του Ιράν, τη χώρα όπου το να παίζεις μουσική στο δρόμο με κάποια υποψία κίνησης τιμωρείται από το νόμο, μία βόλτα στα γρασίδια κοντά σε ένα ποτάμι αρκεί για να συναντήσεις μία από τις τόσο γνωστές εικόνες. Μία παρέα που συσπειρώνεται γύρω από ένα άτομο. Είναι ο κιθαρίστας της παρέας!
Η φιγούρα του κιθαρίστα, θολή και απομονωμένη στην ματαιότητα της βραδιάς παρουσιάζει πάντα μερικά κοινά χαρακτηριστικά: η αγωνία να ξέρεις το κομμάτι που ζητάνε, η διαδικασία της έκθεσης σε πολύ κόσμο, τα λάθη στην κρίσιμη στιγμή, η προσκόλληση στο μουσικό όργανο που δίνει έναν εξέχοντα ρόλο στον φέροντα (ο οποίος όμως πολλές φορές αντί να εκμεταλλευτεί αυτό του το συγκριτικό πλεονέκτημα καταλήγει στο τέλος της βραδιάς μόνος με την κιθάρα του).
Ο ρόλος του κιθαρίστα της παρέας είναι να διασκεδάσει του υπόλοιπους, να πιάσει τον σφυγμό της παρέας, να εναλλάξει κατάλληλα το ρεπερτόριο, πολλές φορές καλείται να επαναλάβει ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια, να δεχτεί τις φιλοφρονήσεις, τα μπράβο της παρέας αλλά και τα παράπονα. Η ενσωμάτωση αυτού του ρόλου, η ταύτιση μαζί του μπορεί να κάνει το άτομο αυτάρεσκο αλλά και ευαίσθητο, αυταρχικό μέσα στο ναρκισσισμό του αλλά και δεκτικό στην διαφορετικότητα, ρομαντικό αλλά και οργισμένο, σοβαρό αλλά και παιχνιδιάρικο.
Από την άλλη μερικά άτομα σολάρουν και χωρίς κιθάρα. Υπάρχουν παρέες που έχουν ένα ψυχαγωγητή, ένα που τον κοροϊδεύει, δύο που σιγοντάρουν, τρεις που γελάνε, τέσσερις που κοιτάνε (και μία που κοιμάται). Το παραπάνω παράδειγμα προεκτείνεται σε όλες τις πτυχές τις ζωής: στις παρέες, στις συλλογικές ασχολίες, στη διασκέδαση, στις ερωτικές σχέσεις, στην εργασία, γενικότερα όπου υπάρχει τριβή μεταξύ των ανθρώπων. Περιλαμβάνει μία περίπλοκη διαδικασία εξισορρόπησης, από τη μία του ρόλου που αποδίδει το σύνολο στο άτομο και από την άλλη στην ταυτότητα και την ιδιοσυγκρασία που κουβαλάει ο καθένας μας. Σε μία τέτοια πραγματικότητα δεν υπάρχει η «καλή» ή «κακή» ανθρώπινη φύση που φτιάχνει τον κόσμο έτσι όπως είναι.
Οι ρόλοι του σιωπηλού, του ομιλητικού, του αστείου, του θλιμμένου, του οργισμένου δεν είναι τίποτα άλλο από διαφορετικά πρίσματα μέσα από τα οποία βλέπουμε τον εαυτό μας και την πραγματικότητα. Πώς αλλιώς θα γίνουμε περισσότερα αν δεν μπούμε στις διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις στις οποίες συνυπάρχουμε; Πώς μπορεί κανείς να είναι ανθρώπινος αν δεν κινείται μέσα σε αυτά; Πώς μπορεί κάποιος να γίνει ένα με την οργή αν δεν έχει γίνει ένα με την χαρά; Το κλειδί βρίσκεται στο να προσπαθούμε να δημιουργήσουμε, ατομικά και συλλογικά, τις συνθήκες αυτές ώστε το άτομο να μπορέσει να κινηθεί σε ρόλους και εκφράσεις συναισθημάτων που είναι απωθημένες, ωθούμενος παράλληλα να βγάλει τον πληρέστερό του εαυτό.
Τώρα πώς κολλάνε αυτά σε ένα κείμενο ούτε εγώ το έχω καταλάβει.
Το Εργαλείο Νο 4 τυπώθηκε σε 500 αντίτυπα το Δεκέμβριο του 2005 στην Θεσσαλονίκη. Μοιράζεται σε στέκια της πόλης και χέρι με χέρι (και ηλεκτρονικά) μεταξύ φίλων. Μπορεί να το βρεθεί σε έντυπη μορφή στην κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ και ηλεκτρονικά μαζί με τα υπόλοιπα Εργαλεία στην διεύθυνση
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Ισμήνη για τις επιμέλειες, ζωγραφιές, προσθήκες και στους Στέργιο, Δήμητρα, Σώτο (Πρόεδρος) για τις συζητήσεις και την ανταλλαγή ιδεών. To Eργαλειο φιλοξενείται από την ελευθεριακή κολλεκτίβα αντιεξουσιαστικών επιθυμιών Βραχόκηπος με την τεχνική βοήθεια του Στέργιου.

TO EΡΓΑΛΕΙΟ No3

To Eργαλείο Νο 3
Aσύνδετες προσπάθειες αποστασιοποίησης και επικοινωνίας

Aραιά και που η ελευθερία αυτή των βουνών διατηρείται αρκετά ευδιάκριτη ακόμη, ως τις μέρες μας, παρόλο το βάρος των σύγχρονων διοικητικών μέτρων… «Τα χωριά που σκαρφαλώνουν τις ηλιόλουστες πλαγιές με τους καταρράκτες, πλάι σε τεράστιες καρυδιές που τις ποτίζουν οι χείμαρροι του Άτλαντα, δεν έχουν σπίτια για chicks και khalifats. Mάταια θα προσπαθούσαμε να διακρίνουμε στις κοιλάδες αυτές τις κατοικίες των φτωχών και τις κατοικίες των πλουσίων. Καθεμιά από τις μικρές αυτές περιοχές του βουνού αποτελεί κι ένα ξεχωριστό κράτος που διοικείται από ένα συμβούλιο. Συγκεντρωμένοι σε μία ταράτσα, ντυμένοι όλοι με σκούρα μάλλινα ρούχα, οι προύχοντες συζητούν με τις ώρες μεταξύ τους τα προβλήματα του χωριού· κανένας δεν σηκώνει τον τόνο της φωνή, και κοιτάζοντάς τους δεν μπορείς να μαντέψεις ποιος είναι ο αρχηγός τους». Τα φαινόμενα αυτά σώζονται μόνο αν η ορεινή περιφέρεια βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο, σε αρκετή απόσταση από τους δρόμους, αν έχει δύσκολη πρόσβαση, περίπτωση που είναι μάλλον σπάνια σήμερα, αλλά ήταν πιο συχνή παλιότερα, πριν από την ανάπτυξη του οδικού δικτύου…
Braudel, Fernand (1949). “ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ” τόμος Α, Αθήνα.





ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ
Δυστυχώς ή ευτυχώς τα σύγχρονα απελευθερωτικά εγχειρήματα του δυτικού κόσμου δεν βρίσκονται πάνω σε βουνά ούτε είναι αποκομμένα από τους δρόμους της πόλης. Φλερτάροντας με την ιδέα της ελευθερίας οι σκέψεις μας εύκολα κινούνται σε ιδανικές καταστάσεις όπου όλα είναι τέλεια και αιώνια. Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική και ευτυχώς που είναι έτσι.
Αν το δούμε ορθολογικά, στην ιστορία των κοινωνικών κινημάτων έχουν υπάρξει δύο κύριες αντιλήψεις για το τι μπορεί να κάνει ένα σύνολο ανθρώπων ώστε να αντιπαρατεθεί με το σύστημα. Η πρώτη έχει να κάνει με την οργάνωση σε μία συμπαγή πολιτική οργάνωση (κόμμα) η οποία χρησιμοποιώντας τα παρακλάδια της σε άλλους κοινωνικούς χώρους (π.χ τα συνδικάτα στον χώρο της εργασίας) θα κατακτήσει την πολιτική εξουσία και θα αλλάξει την κοινωνία. Η δεύτερη έχει να κάνει με την αυτοοργάνωση των ανθρώπων σε συλλογικότητες που θα φτιάξουν μία άλλη κοινωνία μέσα από την υπάρχουσα, δημιουργώντας δομές που θα καταφέρνουν τόσο να βελτιώνουν την καθημερινή τους ζωή όσο και να προχωρούν την υπόθεση της κοινωνικής και ατομικής απελευθέρωσης.
Οι καταλήψεις ανήκουν στην δεύτερη αντίληψη. Ο όρος «κατάληψη» σε αυτό το κείμενο αναφέρεται στις προσπάθειες δημιουργίας χώρων ριζοσπαστικής κοινωνικής και πολιτικής δράσης μέσα στις πόλεις. Λέξεις κλειδιά: αυτοοργάνωση, αυτοδιαχείριση, άμεση δημοκρατία, ομοφωνία, αυτονομία, αντιεξουσία…
Ωραία όλα αυτά τα εισαγωγικά, που βρίσκεται το πρόβλημα;
To πρόβλημα βρίσκεται στην αδυναμία να φανεί μία αυθεντικά κοινωνική προοπτική.
Υπάρχει πολύς κόσμος που προσπαθεί δει την συμμετοχή του σε ένα τέτοιο εγχείρημα αλλά δεν το καταφέρνει. Είναι γεγονός ότι λείπουν οι τρόποι και πολλές φορές η φαντασία καταπνίγεται από τους δομές που οι ίδιοι δημιουργούμε. Από την άλλη μεριά οι προσδοκίες των «απέξω», αν και καλοπροαίρετες είναι τόσο μεγάλες που εύκολα οδηγούν στον αναθεματισμό και την παραίτηση.
Η δημιουργία του μικρόκοσμου σε έναν τέτοιο χώρο είναι ένα δυσάρεστο αλλά και λογικό παράλληλα αποτέλεσμα. Αρχικά δημιουργείται ένας ιδιαίτερος κώδικας επικοινωνίας που αποτελείται από ένα μείγμα ιδεολογικών ορολογιών και παρεϊίστικων αναφορών που είναι δύσκολο να μεταφραστεί και να κατανοηθεί από έναν εξωτερικό παρατηρητή. Αυτό αποτελεί και το πρώτο εμπόδιο στην έκφραση του ατόμου που προσπαθεί να δει τον εαυτό του σαν μέρος του εγχειρήματος γιατί είναι πολύ λογικό και υγιές να μην δέχεται την ενσωμάτωση ενός κλίματος που είναι ξένο προς αυτό. Αυτό είναι ιδιαίτερα προβληματικό όταν η πρώτη και βασικότερη επιθυμία του είναι να επικοινωνήσει τις πιο προσωπικές και καταπιεσμένες σκέψεις και να γίνει και παράλληλα αποδεκτός… (Δυστυχώς κάποια πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο θα έπρεπε να είναι και αυτό έχει να κάνει καθαρά με τον τρόπο που τα έχουμε καταχωρίσει μέσα στο κεφάλι μας και τίποτα παραπάνω. Για παράδειγμα μπορεί κάποιος να νοιώθει άβολα για χίλιους δύο λόγους που απλά να μην ισχύουν ή να μην αξίζουν την βαρύτητα που τους δίνει).
Το νόημα αρχίζει να χάνεται σιγά σιγά γιατί ο κόσμος που συμμετέχει δεν είναι σε φάση να βγει από την ατομική του φούσκα. Οι ρόλοι που επαναλαμβάνονται γίνονται πιο ξεκάθαροι από έναν εξωτερικό παρατηρητή παρά από τους «μέσα». Ο/η ωραίος/α ρήτορας, ο/η σιωπηλός/η βαριεστημένος/η, ο/η τουρίστας, ο/η χιουμορίστας, οι «αρχηγοί», οι συναινετικοί ακολουθητές. Από ένα σημείο και μετά οι ρόλοι δεν εναλλάσσονται και δημιουργείται μία παγιωμένη κατάσταση.
Το σημείο αυτό είναι λεπτό και οι απόψεις διίστανται. Κατά μία άποψη ο καθένας οφείλει να αυτοκριτικάρει την στάση του και εφόσον βλέπει την παγίωση της επανάληψης των ρόλων να επιδιώκει να αλλάξει συμπεριφορά έστω και ατομικά, να αναζητήσει καινούργιους τρόπους παρέμβασης χωρίς να παραιτηθεί.
Κατά μία άλλη άποψη όλοι αυτοί οι ρόλοι που προαναφέρθηκαν δεν μπορούνε ακριβώς να «εναλλάσσονται» γιατί δεν είναι απαραίτητο όλοι να περνάνε από τη φάση του ρήτορα, του μετριόφρονα σιωπηλού κτλ. Αυτός που μιλάει έχει γρήγορα αντανακλαστικά παίρνει πρωτοβουλίες δε θα ήταν καλό να κατασταλεί, ή αυτός που δε τα καταφέρνει με τα επιχειρήματα αλλά λειτουργεί με πράξεις. Το πρόβλημα είναι όταν όλοι εμείς που εγκλωβιζόμαστε στο ρόλο μας, τον μιμούμαστε (γινόμαστε είδωλα του εαυτού μας), όταν σταματάμε να ακούμε- οπότε μιλάμε ακατάπαυστα- σταματάμε να εξηγούμε και να δεχόμαστε.
Ι.
Η ζωή του χώρου της κατάληψης κινείται μεταξύ της εμφάνισης ρωγμών των εσωτερικών σχέσεων που παρουσιάζεται σε διάφορες περιστάσεις και σε μία δημιουργικότητα που ωθεί τα μέλη της στην ανάπτυξη μίας καινούργιας ποιότητας σχέσεων. Το λιγότερο που μπορεί να βρει κανείς είναι η ύπαρξη μίας τρυφερότητας και σεβασμού μεταξύ του κόσμου που αντιλαμβάνεται ο ένας την προσφορά του άλλου και που θέλει να εξωτερικεύσει το αίσθημα αγάπης που δημιουργεί η αμοιβαιότητα. Υπάρχει βέβαια και ίσως πιο συχνά η υποκρισία αυτού του συναισθήματος.
Υπάρχουν στιγμές που βιώνονται σε τέτοιες καταστάσεις ως στιγμές απελευθέρωσης. Αυτές οι στιγμές δεν είναι τόσο μεγάλες αλλά συναισθηματικά είναι μεγαλειώδεις. Μία διαυγής συζήτηση, μία δημιουργική δράση που αποτελεί πραγματωμένη επιθυμία, μία γιορτή που ξέφυγε από τα καθιερωμένα είναι πράγματα μπορούν να σε κάνουν να νιώσεις μεγαλύτερος. Ένα σύνθημα λέει ότι «Η αντίσταση μπορεί να σε πάει σε έναν άλλο κόσμο» και αυτό ισχύει έτσι απλά. Όμως οι στιγμές αυτές είναι σποραδικές και σχεδόν ασύνδετες.
Τι μένει από όλα αυτά; Η ανάγκη για διάχυση, για άπλωμα στον χώρο και τον χρόνο. Μία διάθεση που θέλει να ξεριζωθεί και να μεταναστεύσει χίλιες φορές, να απορροφηθεί στην γη και να φτάσει στο κέντρο του κόσμου, να αλλάξει πρόσωπο και να δημιουργήσει τα δικά της πεδία αντιπαράθεσης.
Πολλά λόγια για το τίποτα;

ΓΛΩΣΣΑ Ή ΣΙΩΠΗ;
Πρέπει να ομολογήσω ότι η γλώσσα με τρελαίνει κυριολεκτικά. Όσο περισσότερο την εξετάζω τόσο μου φαίνεται πιο βέβαιο πως η γλώσσα φταίει για όλα τα κακά και τα στραβά μου. Φταίνε ο τρόπος το λέγειν, οι εκφράσεις μου, το λεξιλόγιό μου, η γραμματική μου, η σύνταξή μου, οι φράσεις μου, οι αντωνυμίες μου, τα επίθετά μου, όλα μετατοπισμένα, ξεχαρβαλωμένα και κακοβαλμένα στον εγκέφαλό μου. Δεν πάει στο διάολο η γλώσσα μια και καλή. Ας απαγορευτεί. Ας επιστρέψουμε στη γλώσσα των σημείων. Στο κάτω κάτω της γραφής τα ψάρια τα καταφέρνουν μια χαρά χωρίς γλώσσα. Το ίδιο και τα πουλιά, παρόλο που έχουν την κακή συνήθεια να τραγουδάνε πού και πού. Τα άγρια ζώα βρυχώνται, μουγκρίζουν, γαβγίζουν, νιαουρίζουν και σφυρίζουν, παρ’ όλα αυτά τα καταφέρνουν χωρίς να μιλάνε. Είμαι υπέρ της Νέας Σιωπής. Της αφωνίας. Χωρίς λόγους ή λόγια. Σιωπηλή διδαχή με ταινίες, εικόνες, ματιές που λένε χίλια δυό. Ένα και μόνο βλέμμα διαμαρτυρίας, προσώπου αγαπημένου φτάνει να με συντρίψει για μία αιωνιότητα. Ξέρω ότι τα γνωρίζουμε όλα αυτά. Αλλά τα λησμονούμε…
Νάνος Βαλαωρίτης (1993). «Η ζωή μου μετά θάνατον εγγυημένη», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα».

Σκαλοπάτια
Η πραγματικότητα είναι πολύπλοκη για να την κατανοήσει ο άνθρωπος ως ολότητα. Για αυτό φτιάχνει σκέψεις, αλήθειες οι οποίες ως «μονάδες μάχης» που είπε και ο Φροϋντ έρχονται σε σύγκρουση στα σημεία εμπλοκής ανάλυσης της πραγματικότητας και προσφέρουν μία λύση. Για παράδειγμα αν ένας άνθρωπος δυσκολεύεται πολύ στο να κάνει κάτι που θέλει (από το να πάει μία εκδρομή μέχρι να εκφραστεί σε ένα αγαπημένο πρόσωπο, από το να αρνηθεί να κάνει κάτι που νοιώθει ότι είναι χάσιμο χρόνου μέχρι να αντιπαρατεθεί σε μία «παντοδύναμη» δομή) τότε αυτό πρέπει να δικαιολογείται από μία σειρά φράσεων – σκέψεων, κάτι σαν αξιώματα π.χ το τάδε πράγμα είναι έτσι για αυτόν τον λόγο, τελεία και παύλα, εγώ είμαι έτσι γιατί είμαι αυτός που είμαι. Τέλος. Αυτές οι σκέψεις φαίνεται να είναι άγνωστες εκ πρώτης όψεως για το άτομο, είναι μάλλον κρυμμένες και ασφαλισμένες ώστε να κρατάνε η μία την άλλη.
Ο άνθρωπος είναι δύσκολο να κατανοήσει την πραγματικότητα για αυτό φτιάχνει τον έρωτα, τις ιδέες, την τέχνη. Δημιουργεί μέσα και αξίες γιατί χρειάζεται σκοπούς που θα δίνουν περιεχόμενο στην ζωή του, το νόημα της ευτυχίας. Εδώ κάπου μπαίνει η η λειτουργία της μνήμη και της λήθης στην ζωές μας (δες εργαλείο Νο2) και το πώς η διαδικασία της επιλογής και διαγραφής αναμνήσεων οδηγεί στην κατασκευή των προσωπικών αληθειών (ή αλλιώς «μονάδων μάχης»). Η λήθη δίνει ένα νόημα που η μνήμη αφαιρεί.
Η κατανόηση είναι μία έννοια που περιλαμβάνει την αποδοχή και ένα είδους συμβιβασμό. Π.χ όταν λέμε σε κάποιον, «σε καταλαβαίνω» ακόμα κι αν δεν συμφωνούμε με αυτό που λέει ως νόημα, δηλώνουμε ότι έχει υπάρξει ένας συνδετικός κρίκος που τουλάχιστον δίνει μία δόση σεβασμού στο θέμα προς κατανόηση, αποκαλύπτει ένα ποσοστό κοινής αλήθειας.
To wall paper είναι ένα δείγμα του νοήματος με το οποίο πλαισιώνει ο χρήστης του υπολογιστή την εργασία που κάνει, φανερώνει την ψυχολογία του, τα πράγματα που θέλει να βλέπει. Τα έτοιμα wallpaper, αυτά δηλαδή που υπάρχουν σαν επιλογές στα windows είναι ενδεικτικά του «τι θέλει να βλέπει ο κόσμος ή/και τι θέλει να μας δείχνει η micrοsoft»: ηλιοβασιλέματα, σκυλάκια, γατάκια, καταρράχτες, απέραντα λιβάδια, δάση, ωκεανός, χρώματα που σε ταξιδεύουν σε άλλους κόσμους… To wall paper είναι ότι ήταν παλιότερα το εικονοστάσι, το σημείο που χάνεται το μυαλό σε μία περίεργη μεταφυσική: μπορεί ο χρήστης να μην πιστεύει στον θεό αλλά χρειάζεται να πιστέψει σε κάτι. Και αυτό το κάνει δημιουργώντας ένα δικό του εικονικό περιβάλλον που εμφανίζεται σαν «κενό μνήμης» ανάμεσα στις εργασίες που διεκπεραιώνει, συμπεριλαμβάνοντας στις εικόνες του από τηνπροσδοκία των καλοκαιρινών διακοπών μέχρι τα μπάχαλα στην πόλη.

Παραλία

Στην πόλη της Θεσσαλονίκης ένα ωραίο χαρακτηριστικό είναι η παραλία της. Πόσους περιπάτους δεν έχουμε κάνει στις δύσκολες ώρες αναλογιζόμενοι προβλήματα, αποφάσεις που μας αφορούν και που είναι τόσο δύσκολο να επηρεάζουμε. Η βόλτα στην παραλία βγαίνει σαν εσωτερική ανάγκη κάτι τέτοιες στιγμές και αναζητάει μία παρηγοριά.
Ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα φτάνει να παρέχει αυτή την παρηγοριά. Tο βάρος που μας έχει τεθεί με κάποιο αυτόματο τρόπο μετατοπίζεται προς το άπειρο: η ανάγκη για ανεξαρτησία από τους γονείς, η σχέση που δεν πάει καλά, η πίεση από δουλειές, αποκτούν μία αύρα αιωνιότητας. Ο συνδυασµός του τέλους της πόλης µε την αρχή της θάλασσας επιτρέπει στη µνήµη ύπουλες επιθέσεις, επιθέσεις αυτογνωσίας όµως, επιστροφής παρά καταστροφής (ξ1).
Παραδείγματα μπορεί να είναι η συγκίνηση που νοιώθει κανείς όταν βλέπει ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα, την πόλη από ψηλά, την θάλασσα που χάνεται. Σε μία κατάσταση έντασης και οργής θα μπορούσε να πει κανείς ότι τέτοιες εικόνες λειτουργούν (μπορεί βέβαια και όχι) σαν ένας οπτικός τρόπος αποκοπής από μία ψυχική κατάσταση που ζητάει διέξοδο.
Η σκέψη που επανέρχεται είναι ότι «όλα ήταν πάντοτε τα ίδια», «είμαι ο άνθρωπος που αναγνωρίζω». Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Οι αναμνήσεις μας αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να θυμόμαστε τον εαυτό μας, τις κατασκευάζουμε εμείς και συνήθως επιλέγουμε αυτές που ταιριάζουμε στα πρότυπα που κουβαλάμε μαζί μας. H πορεία των σκέψεων είναι συγκεκριμένη. Πόνος, ομορφιά, συγκίνηση, μηδενισμός, επανακατασκευή της ίδιας αλήθειας.
Περίπατος
Αρχικά έξοδος στην παραλία. Περνάω από το παγκάκι του άστεγου και σκέφτομαι ότι «υπάρχουν και χειρότερα». Βόλτα προς το πάρκο του Φωκά, κόσμος που κινείται, παιδικές αναμνήσεις, ένα απέραντο πεδίο για το μάτι και το μυαλό. Μετά φτάνω στο γλυπτό της πολιτιστικής πρωτεύουσας με τις ομπρέλες. Γύρω το Μακεδονία Παλλάς, ζευγαράκια στα παγκάκια, το πάρκο που πηγαίναμε εκδρομές στο σχολείο, στο βάθος ο λευκός πύργος, το μεγάλο σύμβολο στην πόλη μου υπενθυμίζει ότι βρίσκομαι σε έναν κεντρικό χώρο μίας σημαντικής πόλης. Προορισμοί που εναλλάσσονται σημασίες στον αέρα.
Οι εκρήξεις της θλίψης εσωτερικεύονται με τον ένα τρόπο ή τον άλλο και αργά ή γρήγορα βρισκόμαστε στον ίδιο ρόλο να αναζητούμε την ανακούφιση με μία βόλτα στην παραλία.

Τσε Γκεβάρα
Mαλλιάδες με μούσια στα αμφιθέατρα. Ρητορεία γεμάτη αυταρέσκεια από τον/την ωραίο/α. Η λίμπιντο φτάνει στα ύψη. Ανέμελα ταξίδια αφιερωμένα στην επανάσταση. Ανήσυχες προσωπικότητες που ζουν την ζωή τους στο maximum. Αγώνας και πίστη για τα ιδανικά μέχρι το τέλος. Η λύση είναι γνωστή και αναμφισβήτητη. Ασυμβίβαστος αγώνας που δεν αλλάζει ποτέ, έφοδος σε μακρινές χώρες. Η αξιοπρέπεια της μοναξιάς, το δίκιο του αφοσιωμένου στον σκοπό του άνθρωπο, η παραίτηση από τις απλές ανθρώπινες ευχαριστήσεις σε αντιπαράθεση με έναν επιλεκτικό ηδονισμό. Χαμόγελο γλυκό και τρυφερό. Πρόσωπο αυστηρό και σκεπτόμενο. Ταξίδι προς το άγνωστο μέσα από την ασφάλεια του αποφασισμένου ανθρώπου.
Ωραία όλα αυτά αλλά τι σχέση έχουν με την πραγματικότητα; Μία πραγματικότητα που η έννοια του ταξιδιού είναι ο τουρισμός του ζορπίδη ή στην καλύτερη περίπτωση το interail. Οι διέξοδοι: φοιτητές που ονειρεύονται το Erasmus στην Βαρκελώνη, την τέλεια ερευνητική δουλειά στην Γουατεμάλα, την εθελοντική εργασία δεν ξέρω εγώ που. Άλλα χαρακτηριστικά; σκέψεις για βανάκια που τριγυρίζουν όλο τον κόσμο, πλανόδιοι μουσικοί που ξεκινούν προς το άγνωστο, χαλαρές βόλτες στην Ευρώπη.
Σκέψεις διάφορες που μένουν στη σφαίρα του φανταστικού. Γιατί; Γιατί οι ίδιες αποτελούν μέρος ενός φαντασιακού που στηρίζει την υπάρχουσα κατάσταση. Οι αντιφάσεις είναι πολλές και αποτελούνται από ένα σωρό αντικρουόμενες νοοτροπίες. Φετιχοποίηση της τσιγγάνικης ζωής (τι ωραία που θα ήταν… να πηγαίναμε στην άλλη άκρη του κόσμου… και τελικά με δυσκολία ξεκολλάς για τρεις μέρες από την ασφάλεια της πόλης με όλα τα “εναλλακτικά” της συστατικά), φετιχοποίηση της τυχαιότητας (εντάξει μωρέ, ότι είναι να γίνει θα γίνει”, “όλα χρειάζονται τον χρόνο τους” και τελικά τα πράγματα που περιμένεις να γίνουν χάνονται στην απραξία), αντικαταναλωτισμός με χρωματιστά καλτσάκια.
Mε τον ίδιο τρόπο το προϊόν του Τσε όπως προωθείται από αφίσες, ταινίες, αναπτήρες, μπλουζάκια, κόμματα και οργανώσεις βοηθά στο ίδιο ακριβώς πράγμα. Nα αποκόπτεται μία εικόνα από το παρελθόν και να επικολλείται πάνω στα μυαλά μας να εγκλωβίζει την φαντασία σε κατασκευασμένα πρότυπα. Στην τελική και οι τάσεις φυγής μπορούν να βγουν σε καλό. Αρκεί να είναι ειλικρινής.

Πρέπει να πιστέψω σ’ έναν κόσμο έξω απ’ το μυαλό μου.
Να πιστέψω ότι οι πράξεις μου έχουν ένα νόημα.
Έστω κι αν δεν τις θυμάμαι.
Να πιστέψω ότι όταν κλείνω τα μάτια, ο κόσμος υπάρχει.
Πιστεύω ότι ο κόσμος υπάρχει;
Υπάρχει;
Nαι.
Χρειαζόμαστε τις αναμνήσεις για να θυμόμαστε ποιοι είμαστε.
Κι εγώ δεν διαφέρω…
…Λοιπόν, τι έλεγα;

Aπό την ταινία
Memento

Τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα
Η ζωή γίνεται πραγματικότητα
Και ένα μήνυμα από έναν φίλο κάπου μακριά:
Nα υπερασπιστούμε την χαρά σαν ένα χαράκωμα

Για το ΕΡΓΑΛΕΙΟ
Το Εργαλείο ξεκίνησε σαν μία προσπάθεια εντελώς προσωπική. Θα ήταν υποτίθεται ένας πρόλογος σε ένα μικρό βιβλιαράκι που θα συμπύκνωνε όλες τις έντονες αναμνήσεις μου (κυρίως τις ωραίες είναι η αλήθεια) με σκοπό να αποτελέσει τι; Ένα εργαλείο που θα βοηθούσε στην ανάκληση της μνήμης; Ή μήπως στην διαστρέβλωσή της; Τελικά αντί να γίνει ένα μέσο για να ξεχνιέμαι στις δύσκολες ώρες έγινε απλά Το Εργαλείο: ένα φυλλαδιάκι που μοιράστηκε μεταξύ 20-30 φίλων. Αργότερα έγινε ένα εντυπάκι που βγήκε και λίγο προς τα έξω. Θεματολογία και σκοπός συγκεκριμένος δεν υπάρχει. Aυτό που θέλει να προκαλέσει είναι μία συζήτηση που υπάρχει μεταξύ μας αλλά δεν βρίσκει διεξόδους. Μία επαφή που δεν γίνεται, για εμένα τουλάχιστον, να υπάρξει με το ζόρι και μέσα στα πλαίσια του "γειά, τι κάνεις, καλά". Kάποια πράγματα χρειάζονται τον χρόνο τους και είναι σημαντικό να αποφασίσει κανείς από πότε θα αρχίσει να μετράει τον δικό του, τι θα κάνει ο ίδιος και τι θα περιμένει από τους άλλους. Ας πούμε ότι για εμένα ο χρόνος αρχίζει να μετράει από τώρα. Εννοείται ότι η αναπαραγωγή είναι περισσότερο από επιθυμητή. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Ισμήνη χωρίς την οποία αυτή η προσπάθεια πολύ δύσκολα θα προχωρούσε. Επίσης ένα ευχαριστώ στον Στέργιο για τις τεχνικές συμβουλές και στην ελευθεριακή κολλεκτίβα αντιεξουσιαστικών επιθυμιών «Βραχόκηπος» για την ιντερνετική φιλοξενία. Τα εργαλεία μπορεί να τα βρει κανείς ηλεκτρονικά στην διεύθυνση

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία η Λήθη είναι ένας από τους πέντε ποταμούς που χωρίζει τον κόσμο των ζωντανών από τους νεκρούς. Οι ψυχές των νεκρών πίνουν από το νερό της Λήθης για να ξεχάσουν την προηγούμενη ζωή τους αφού έχουν επιλέξει την επόμενη.

TO EΡΓΑΛΕΙΟ No2

ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ Νο 2

Η πόλη της Θεσσαλονίκης κινείται στον άξονα κέντρο – Κρήνη. Τρέξιμο, δουλειά μέσα στην βδομάδα, μετανάστευση προς τις καφετέριες της Κρήνης ή την Χαλκιδική το Σαββατοκύριακο. Πόλη ερωτική και ρομαντική (με σχέσεις που καταλήγουν είτε στην ανία είτε στην ζήλια), με επιλογές στην διασκέδαση (σε καταστάσεις ευφορίας και αμνησίας), με καλό κόσμο (ή αλλιώς «καλούς μαλάκες»). Ο πιο οικείος ήχος της είναι το ξεροβύξιμο του άγχους, η φιλοσοφίας της είναι το «υπάρχουν και χειρότερα».
Για τα παραπάνω έχουν γραφτεί χιλιάδες σελίδες: σχετικά με την απομόνωση, τον ατομικισμό, την πόλη–μηχανή, την αποστείρωση, την συναίνεση. Η ουσία βιώνεται εύκολα αν αντιμετωπίσει κανείς την δυσκολία του να βρεθεί σε μία πόλη κυριολεκτικά σαν ξένος, χωρίς να ξέρει τον κώδικα επικοινωνίας, τις υπαρκτές καβάντζες, τα κατάλληλα μπαρ κλπ. Τότε μπορεί να αντιληφθεί ότι το πόσο ωραία είναι μία πόλη είναι ανάλογο με τους ανθρώπους της. Είναι φάσεις που εκτιμά κανείς ένα χαμόγελο, μία ευγενική χειρονομία, πιο πολύ από ότι θα μπορούσε να φανταστεί. Κατά τ’ άλλα, πολύς κόσμος βρίσκεται εγκλωβισμένος στο κυνήγι διαφόρων ρόλων: της μοιραίας γυναίκας, του έμπειρου άντρα, της πολύχρωμης κουλτουριάρας, του ασυμβίβαστου εξεγερμένου, του ανεξάρτητου επαγγελματία, της καλής μάνας και πολλά άλλα.
Αυτό που διακρίνω στους ανθρώπους έξω στον δρόμο είναι τάσεις φυγής, δηλαδή προσπάθειες να ξεφύγει κανείς από τα προβλήματά του. Μία εκδρομή, ένα extreme sport, ένα χόμπυ, ένα φλέρτ, η υπερβολική προσήλωση στην δουλειά, το χτίσιμο του υπέροχου κορμιού, η καταφυγή σε δίαιτες, το πάθος για την ομάδα, (η συγγραφή ενός κειμένου) μπορεί να είναι όλα μία έκφραση της τάσης φυγής, ένα διάλειμμα, μία εκτόνωση. Ο σύγχρονος άνθρωπος προσπαθεί να ξεχαστεί στην αναζήτηση της περιπέτεια και του ρομαντισμού και την ψάχνει όπου μπορεί. Η απάντηση σε αυτή την τάση δίνεται από μία χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας Simple Men. Ο Bill εξηγεί στον Ned ότι δεν υπάρχει ούτε ρομαντισμός ούτε περιπέτεια. Υπάρχουν μόνο προβλήματα και επιθυμίες. Όταν κάποιος αρχίζει να επιθυμεί κάτι αρχίζουν τα προβλήματα ενώ όταν υπάρχουν προβλήματα δεν μπορεί να επιθυμεί τίποτα.

Ned Riffle : I want adventure. I want romance.
Bill McCabe : Ned, there is no such thing as adventure. There's no
such thing as romance. There's only trouble and desire.
Ned Riffle : Trouble and desire.
Bill McCabe : That's right. And the funny thing is, when you desire
something you immediately get into trouble. And when you're in
trouble you don't desire anything at all.
Ned Riffle : I see.
Bill McCabe : It's impossible.
Ned Riffle : It's ironic.
Bill McCabe : It's a fucking tragedy is what it is, Ned.
Αυτό που για τον Μπιλ αποτελεί τραγωδία είναι η απλή αλήθεια ότι τα προβλήματα και οι επιθυμίες, ο πόνος και η ηδονή είναι αδύνατο να συνυπάρξουν. Όταν ένας άνθρωπος υποφέρει χρειάζεται κάτι που θα τον ευχαριστήσει για να ξεπεράσει τον πόνο ενώ όταν νιώθει ευχαρίστηση ο πόνος δεν έχει καμία θέση. Ο φαύλος κύκλος δημιουργείτε από την στιγμή που η επιδίωξη της επιθυμίας χρειάζεται μία δράση που δημιουργεί δυσαρέσκεια στο άτομο και τελικά προβλήματα είτε γιατί χρειάζεται προσπάθεια είτε γιατί είναι αντικειμενικά δύσκολο να επιτευχθεί. Μία διέξοδος σε αυτό μπορεί να αποτελεί η σκέψη του Επίκουρου αν μπορέσουμε να την μεταφέρουμε στην σημερινή εποχή. Το ιδανικό του Επίκουρου αφορούσε την δημιουργία μίας συναισθηματικής κατάστασης αταραξίας που απορρέει αφενός από την άρση των βασικών ανθρώπινων φόβων μέσω της λογικής (τον φόβο μπροστά στον θεό, στον θάνατο, στον πόνο) και αφετέρου από την αναγωγή της ηδονής και την επιδίωξη της φιλίας σε ύψιστο αγαθό. Η ουσία του ευ ζην σε αυτή την περίπτωση είναι το να μπορείς να ζεις την κατάλληλη στιγμή με την κατάλληλη διάθεση επιδιώκοντας την διατήρηση της κατάστασης της ηδονής και αποφεύγοντας της διαδικασίες που προκαλούν δυσαρέσκεια. Ο Επίκουρος δήλωνε ότι (με αυτή την λογική και) μόνο με νερό και ψωμί μπορεί να συναγωνιστεί σε ευτυχία τον ίδιο τον Δία.
Εικόνα με τετράγωνα.
Συζητώντας λίγο μεταξύ φίλων «περί ευτυχίας» μία διαπίστωση είναι ότι όταν βρισκόμαστε απέναντι στον βασικό διαχωρισμό της στωικής και των επικούρειας φιλοσοφίας (όχι γιατί είναι το παν αλλά από κάπου πρέπει να ξεκινήσουμε) μία τάση που φαίνεται αρκετά έντονη είναι να θέλουμε να τα συνδυάσουμε όλα. Την σκληρή δουλειά με την ηδονή, την δημιουργία με την αποτελεσματικότητα, το ταξίδι με την ασφάλεια. Δηλαδή και να αφιερωθούμε σε κάτι “ευγενές” μακροπρόθεσμα σαν στωικοί αλλά και να ζούμε βραχυπρόθεσμα σαν επικούρειοι με μία καθημερινότητα όπου θα δίνεται το βάρος στην αναζήτηση της ηδονής με σύνεση, στην επιδίωξη της φιλία σαν ύψιστο αγαθό.
Απόπειρα μεταφοράς στο σήμερα.
Βρίσκεται ο σύγχρονος επικούρειος στον μοναχικό ιάπωνα τουρίστα που δουλεύει μερικούς μήνες στην πατρίδα του και μετά ταξιδεύει σε όλα τα μουσεία του κόσμου; Όπου ιάπωνας μπορεί κανείς να βάλει οποιαδήποτε εθνικότητα και όπου μουσεία οτιδήποτε στοιχείο της ζωής φτάνει να γίνεται η βασικότερη απασχόληση για το μυαλό (ιδεολογία, καριέρα, θρησκεία, πατρίδα, οικογένεια, εναλλακτικές καβάντζες). Ή στον ρόλο του επαγγελματία με τις καινούργιες εναλλακτικές και ελαστικές απασχολήσεις; Ή στο ρομαντικό μοντέλο του πλανόδιου καλλιτέχνη; Ή στον ρόλο του χαλαρού και αξιοπρεπή δημοσίου υπαλλήλου σε αντιπαράθεση με τον ολίγον κανίβαλο ελεύθερο επαγγελματία; Ή στον ρόλο του ευαισθητοποιημένου δημοκρατικού πολίτη που προσπαθεί αλλά όχι και πάρα πολύ;
Το πρόβλημα με το συγκεκριμένο ερώτημα είναι ότι τη σήμερον ημέρα ο διαχωρισμός μεταξύ στωικής και επικούρειας φιλοσοφίας δεν έχει και μεγάλη σημασία. Σίγουρα κάποτε ήταν σημαντικό και είχε κινήσει πολλούς ανθρώπους.
Στο παρελθόν η διαμάχη στωικών και επικούρειων αποτελούσε ένα βασικό επίπεδο σύγκρουσης των διαφορετικών τάσεων της εποχής. Είχε να κάνει με την λήξη του Πελοποννησιακού πολέμου, την παλινόρθωση των απολυταρχιών, την κυριαρχία των μακεδόνων μοναρχών πάνω στις αυτόνομες πόλεις-κράτη. Σε αυτό το πλαίσιο η σύγκρουση της στωικής και της επικούρειας φιλοσοφίας ήταν ο τρόπος με τον οποίο εκφράστηκε η σύγκρουση του ιδεαλισμού με τον υλισμό, θα μπορούσαμε να πούμε ότι o επικουρισμός ήταν η αντίσταση του ορθολογισμού της αρχαίας Ελλάδας μπροστά στον ερχομό της αυτοκρατορίας της Ρώμης, του μεσαίωνα και των θεόνομων θεωριών που βρήκαν εύνομο έδαφος και επιβλήθηκαν. [1]
Σήμερα τα ερωτήματα που συναντάει ένας νέος ας πούμε γύρω στα 15-16 σήμερα είναι πολύ πιο προχωρημένα από το πρωταρχικό «τι είναι ευτυχία» και εμπεριέχουν τα χαρακτηριστικά στοιχεία της εποχής. Αρκετό φόβο και μία πρώτη σχολική γεύση του τι σημαίνει εξουσία σε ένα πλέγμα ρόλων όπου ο καθένας καλείται να βρει μία θέση: γονείς, καθηγητές, μάγκες, μπούληδες, φλώροι, καρφιά, κοράκια, γλείφτες, μοδάτοι, οι ωραίες, οι περιθωριακοί, εξετάσεις, διαλείμματα, εκδρομές. Ουσιαστικά τα ερωτήματα που θέτει η κοινωνία σε ένα νέο είναι το «τι επάγγελμα θα κάνεις», «πώς και πότε θα γίνεις ανεξάρτητος οικονομικά», «που θα βρεις τις παρέες με τις οποίες θα περνάς καλά και πώς θα κολλήσεις σε αυτές».
Αργότερα μπορεί να δει κανείς ότι οι απαντήσεις στα παραπάνω δεν μπορούν να βρεθούν γιατί τα ερωτήματα δεν είναι τα κατάλληλα. Έτσι το άτομο ωθείται να φτιάξει την δική του αλήθεια δημιουργώντας δικά του ερωτήματα και προτεραιότητες. Με αυτό τον τρόπο διαχωρίζεται από το κυρίαρχο μοντέλο και θέτει ένα πεδίο σύγκρουσης με το υπάρχον. Που βρίσκεται η αντίσταση στα ερωτήματα που επιβάλλει η κυριαρχία; Ποιά είναι η μορφή του βασικού διαχωρισμού σήμερα; Στους δρόμους της πόλης συναντάμε το εξής σύνθημα: H ευτυχία θα γίνει η εκδίκησή μας. Αναζητώντας την ευτυχία οι άνθρωποι ψάχνουν διαφορετικά πράγματα. Υπάρχουν άνθρωποι που προτιμούν μία δουλειά με λιγότερες υποχρεώσεις και λεφτά παρά να αναλωθούν στο κυνήγι της καλύτερης καριέρας χάνοντας την προσωπική ζωή. Υπάρχουν άλλοι που ο στόχος είναι να πετύχουν επαγγελματικά και προετοιμάζονται για αυτό από τα δώδεκά τους χρόνια. Πολύ χοντροκομμένα μπορούμε να κάνουμε μία τρομερή γενίκευση και να πούμε ότι υπάρχουν δύο κατηγορίες ανθρώπων. Αυτοί που κανονίζουν την ζωή τους βραχυπρόθεσμα των οποίων τα σχέδια φτάνουν μέχρι το επόμενο εξάμηνο και σε αυτούς που σχεδιάζουν μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια σε ορίζοντα δεκαετίας[2]. Η διαφορά έχει να κάνει νομίζω κυρίως με την ανάγκη για ασφάλεια η οποία μέσα σε ένα κλίμα φόβου και αβεβαιότητας είναι λογικό να έχει τον πρώτο λόγο.
Η αναζήτηση της ασφάλειας φαίνεται να έχει σαν αποτέλεσμα την μετατροπή ενός μεγάλου μέρους της καθημερινότητας σε νεκρό χρόνο. Εξηγώντας: Μένει κάτι στην μνήμη μας από τις ατελείωτες ώρες μοναχικών και παρεϊστικων αναζητήσεων για το «τι θα κάνουμε;», «πώς θα προγραμματίσουμε σωστά το μέλλον» «τι φταίει, τι δεν φταίει;» κτλ. Η απάντηση είναι ότι πολύ λίγα πράγματα θυμόμαστε τελικά γιατί από τα ερωτήματα λείπει κάτι από το συναίσθημα είτε επειδή είναι εκ των πραγμάτων τα συμπεράσματα είναι βαρετά και μίζερα και δεν γίνεται αλλιώς (τελεία και παύλα) είτε γιατί, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος και εμπειρικά, τείνουν να παραγκωνίζουν έντονες επιθυμίες οπότε στο τέλος προτιμάμε να μην τις θυμόμαστε. Το να αναζητείς την ασφαλή λύση δημιουργεί ένα κλίμα ασφυξίας..
Το ερώτημα είναι πολύ δύσκολο και δεν αγγίζεται εύκολα. Ο διαχωρισμός υφίσταται αλλά είναι αόρατος. Μπορούμε να τον ψηλαφίσουμε; Μία ακόμη προσπάθεια. Στα νεανικά – φοιτητικά χρόνια η ζωή επιτρέπεται να έχει στοιχεία από την επικούρεια φιλοσοφία (ηδονισμός, ηθική «χαλαρότητα», φιλία). Άλλωστε «νέοι είμαστε και το αίμα μας βράζει» και «αν δεν τα κάνουμε τώρα πότε θα τα κάνουμε». Μην μας μείνουν και απωθημένα που θα μας βγουν αργότερα! Όμως από ένα σημείο και μετά ένας «αξιοπρεπής» άνθρωπος καλείται να ακολουθήσει το κοινωνικό του καθήκον του: να εντάξει σε μεγάλο βαθμό την φιλία σε ένα πλαίσιο οικογενειακών ή/και επαγγελματικών σχέσεων, να κάνει οικογένεια, να γίνει επιτυχημένος επαγγελματίας. Ενδιάμεσα σε αυτά τα στάδια υπάρχει μία κατάσταση σύγχυσης όπου οι φιλοδοξίες μπερδεύονται με τις επιθυμίες, η ζωή μπερδεύεται με την αναζήτηση της ενδιαφέρουσας θέσης εργασίας, η περιπέτεια μπερδεύεται με την απόκτηση του τζιπ που σε πάει παντού ή στην τελική για τους πιο εναλλακτικούς στην αναζήτηση της τέλειας επιστημονική έρευνα στην Γουατεμάλα.
Μπροστά στην Λήθη
Η μνήμη και η λήθη, τα πράγματα που θυμόμαστε και τα πράγματα που ξεχνάμε, είναι βασικά χαρακτηριστικά του ποιοι είμαστε και πώς αλλάζουμε. Αν δούμε ένα παλιό ημερολόγιο συνήθως εκπλησσόμαστε με το πόσο διαφορετικοί έχουμε γίνει. Mερικές φορές οι πιο προσωπικές σκέψεις και ανάγκες αποτυπωμένες στο χαρτί μπορεί να φαίνονται εντελώς ξένες όταν τις δούμε μερικές μέρες μετά. Μία εύκολη εξήγηση είναι ότι ο άνθρωπος εξελίσσεται διαρκώς και ότι κάθε εμπειρία αλλάζει την οπτική του γωνία. Αυτό πρέπει να το δούμε μαζί με την διαδικασία της Λήθης (με κεφαλαίο Λ) στις ζωές μας.
Η επαναφορά των ερωτημάτων «περί ευτυχίας» και «μνήμης–λήθης» είναι απαραίτητη γιατί ενώ θα περίμενε κανείς φυσιολογικά οι πράξεις μας να βασίζονται σε μία συνειδητοποιημένη άποψη ζωής (άσχετο αν δεν θα ήταν και τόσο στέρεη ή σωστή ή λάθος ή οτιδήποτε) φαίνεται ότι υπερισχύει μία παλιά καλή παροιμία που λέει ότι «η κλανιά του καθενός μοσχολίβανο μυρίζει[3]». Δηλαδή είναι εύκολο να κριτικάρεις τους άλλους και να αναπτύσσεις τις απόψεις σου προτείνοντας λύσεις αλλά όταν πρόκειται για τον εαυτό σου δύσκολα θα μετακινηθείς από την θέση σου. Και αυτό όχι για να επιστρέψεις στο παρελθόν, να μετανιώσεις ή να χαθείς σε περιπτωσιολογίες και αμφιβολίες. Αλλά για να δώσεις τροφή σε μία αναζήτηση που χρειάζεται συνεχώς επανεξέταση και κριτική στάση. Η ανάγκη προκύπτει γιατί δεν γίνονται όλα μόνα τους ή «ότι είναι να γίνει θα γίνει» αλλά γιατί είναι φυσιολογικό οι άνθρωποι να χάνουν τον δρόμο τους να μπερδεύονται σε κάποια φάση και να μην ξεμπερδεύονται ποτέ.
Όλα καλά, όλα ωραία. Πες, πες…
Η ζωή περνάει από διάφορα στάδια και η ίδια πάντα είναι μία αλληλουχία στιγμών των οποίων ο τρόπος σύνδεσης αποτελεί, είτε αυτό το συνειδητοποιούμε είτε όχι, μία φιλοσοφία. Το ζήτημα που θέλω να θίξω είναι ότι αλλαγή των διάφορων σταδίων της ζωής (από την μία σχέση στην άλλη, από το σχολείο στο πανεπιστήμιο, από τον στρατό στην αγορά εργασίας) εμπεριέχει και απαιτεί παράλληλα το ξέχασμα κάποιων εμπειριών και συναισθηματικών καταστάσεων ή την διαστρέβλωση τους σε κάτι άλλο.
Παράδειγμα 1ον
Το πέρασμα από το σχολείο στο πανεπιστήμιο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν ένα παράδειγμα γιατί περιέχει (μπορεί και όχι) πολλά νέα στάδια για έναν άνθρωπο όπως το ότι αποκτά μία μεγαλύτερη αυτονομία από την οικογένεια, αρχίζει να έχει ερωτική ζωή, αποκτά μία κοινωνικοποίηση που έρχεται σε μία ρήξη με αυτή του σχολείου (αλλάζουν οι φιλίες, τα πρότυπα κλπ). Για πολλούς στα χρόνια τα φοιτητικά καταρρίπτεται ο σχολικός μύθος που ταυτίζει το πανεπιστήμιο με ένα όνειρο ελευθερίας και δημιουργικότητας. Το αδιέξοδο που παρουσιάζεται από αυτή την απογοήτευση δημιουργεί την ανάγκη να εκλογικεύσει κανείς τα πράγματα και να βρει την αφετηρία του προβλήματος. Μετά από αυτό έρχεται η ανάγκη (ή ο μύθος) που λέει «άντε, να πάρουμε το χαρτί να τελειώνουμε» που οδηγεί στην λύση του συμβιβασμού με τον λιγότερο δυνατόν επίπονο τρόπο. Σε αυτή την περίπτωση το κοινωνικό ψέμα που δημιουργείται για να ξεχαστεί η προηγούμενη απογοήτευση είναι αυτό που βαφτίζει τα φοιτητικά χρόνια σαν τα καλύτερά μας χρόνια και η λήθη έρχεται να αφαιρέσει τα διλήμματα που αντιμετωπίστηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Οι επιθυμίες θάβονται και η ζωή συνεχίζεται με ασφάλεια.
Παράδειγμα 2ον
Ένα άλλο παράδειγμα είναι αυτό των ερωτικών σχέσεων. Με μια ματιά στα κλεφτά κάποια από τα χαρακτηριστικά που σχεδόν πάντα βλέπει κανείς να εμφανίζονται ξανά και ξανά είναι: θυματοποίηση, ζήλια, ανία, ντάντεμα, ανταγωνισμός, Πολλές φορές μπορεί να παρατηρεί κανείς ότι με κάποιο άγνωστο και αυτόματο τρόπο βρίσκεται να αναλαμβάνει ένα γνώριμο ρόλο στο παιχνίδι αυτό. Το πώς συμβαίνει αυτό, ποια είναι η διαδικασία με την οποία φτάνει εκεί αποτελεί ένα κενό μνήμης. Δεν θυμάμαι γιατί δεν θέλω να θυμάμαι γιατί δεν μπορώ να βρω γκόμενα/ο, γιατί με παρατάνε, γιατί δεν μπορώ να αισθανθώ, γιατί αρχίζω να βαριέμαι. Για τα θέματα που πονάνε η λήθη έρχεται για να θολώσει τα νερά, να καθησυχάσει και να μπερδέψει.
Αλλάζοντας καταστάσεις τείνουμε να ξεχνάμε κάποια στοιχεία του παρελθόντος για να συνεχίσουμε στον ήδη κατακτημένο τρόπο σκέψης. Κι αν όχι να τα ξεχνάμε τότε να τα παγώνουμε, να τα μετατρέπουμε σε νεκρό χρόνο. Πολλές φορές δημιουργείται η εντύπωση ότι η ζωή μας κάνει κύκλους καταλήγοντας στα ίδια και στα ίδια. Ουσιαστικά είναι τα ίδια ερωτήματα που έμειναν αναπάντητα και οι ίδιες επιθυμίες που έμειναν ανεκπλήρωτες και που επανέρχονται με πιο έντονο τρόπο από ότι ποτέ. Η επιστροφή στην ομαλότητα και η έκθεση στα ίδια προβλήματα οδηγεί σε ένα αίσθημα μοναξιάς που είναι πιο δυνατό από ποτέ. Βέβαια δεν αισθάνονται όλοι τα ίδια πράγματα, το παραπάνω μπορεί να έχει καλυφθεί σε ολοκληρωτικό βαθμό πάντα όμως φαίνεται να υπάρχει κάτι που κινείται.
Η Αξία της Μνήμης
Η μνήμη φαίνεται να λειτουργεί ανάλογα με τις επιθυμίες μας και πάντα σε σύνδεση με το υπάρχον κοινωνικό περιβάλλον. Ας πάρουμε για παράδειγμα τις κοινές εμπειρίες ενός ατόμου α που είναι ερωτευμένο με ένα άτομο β το οποίο δεν νοιώθει το ίδιο. Αν συζητήσουν θα δουν ότι οι ίδιες αναμνήσεις που για τον α ήταν τόσο έντονες σε βαθμό να αποτελούν πηγή έμπνευσης για τον β ήταν αδιάφορες έως και ανύπαρκτες. Αυτό δείχνει ότι θυμόμαστε αυτά που έχουν ένα περιεχόμενο για εμάς, θετικό ή αρνητικό. Μία σημασία δηλαδή που περιέχει κάτι ατόφιο.
Η μνήμη είναι απελευθερωτική γιατί έχει την αξία αλήθειας. Αυτή η αξία αλήθειας βρίσκεται στην ειδική ικανότητα της μνήμης να διατηρεί υποσχέσεις και δυνατότητες που είναι προδομένες ή ακόμα και κηρυγμένες παράνομες από το ώριμο, πολιτισμένο άτομο, είχαν όμως κάποτε, στο πολύ μακρινό παρελθόν του ατόμου, εκπληρωθεί και ποτέ δεν λησμονούνται ολοκληρωτικά[4]. Την μνήμη την αναζητούμε και την απωθούμε όπως βολεύει στην προσαρμογή σε καινούργιες καταστάσεις η ίδια όμως εμπεριέχει κάτι από τα παλιά που ταυτόχρονα ενοχλεί και απελευθερώνει. Ενοχλεί γιατί είναι λογικό να μας την σπάνε τα μειονεκτήματα και τα κολλήματά μας αλλά απελευθερώνει γιατί και αυτά είναι μέρος μας, αντανακλούν σκέψεις και συναισθήματα ακόμα και αν δεν είναι αποδεκτά από το άτομο και το κοινωνικό του περιβάλλον. Για παράδειγμα οι άνθρωποι μπορούν να επικοινωνούν μέσω της ντροπής, μέσω της αμηχανίας, Πράγματα δηλαδή που προσπαθούμε να αποφεύγουμε ή να συγκαλύπτουμε στις καθημερινές μας σχέσεις από φόβο μήπως μεταφραστούν σαν αδυναμία. Οι στιγμές που προσεγγίζουμε το παρελθόν κάθε άλλο παρά λίγες είναι και υπάρχουν περιπτώσεις που κερδίζουμε πολλά, όμως στα κρίσιμα σημεία φαίνεται να δραστηριοποιείται ένα υποσυνείδητο φρένο.
Ψυχανάλυση Πυξ-Λαξ
Χαρακτηριστικές είναι οι προσωπικές στιγμές των φίλων που συζητάνε για τα παιδικά τους χρόνια προσπαθώντας να θυμηθούν αυτά που τους χαρακτηρίζουν. Αυτό το παιχνίδι είναι αρκετά συνηθισμένο και επαναλαμβάνεται κάτι καλοκαιρινά βράδια στις παραλίες με φωτιές. Τέτοιες συζητήσεις, αν και μπορεί να προσφέρουν πράγματα, δύσκολα θα ξεφύγουν από τα όρια, χρειάζεται κάτι παραπάνω για να ανακαλέσουμε όλα αυτά που με επιμέλεια έχουμε απωθήσει. Αν μη τι άλλο οι καλοκαιρινές διακοπές τελειώνουν γρήγορα! Αν όμως ξεπεραστεί αυτό το όριο μπορεί να υπάρξει μία αλλαγή. Καθώς η αναγνώριση αντικαθιστά το επιστητό, οι απαγορευμένες παραστάσεις και παρορμήσεις της παιδικής ηλικίας αρχίζουν να ομολογούν την αλήθεια που ο λόγος αρνείται. Η αναδρομή παίρνει προοδευτικό ρόλο. Το παρελθόν, καθώς ανακαλύπτεται ξανά, καθιερώνει κριτικά σταθμά που απαγορεύονται από το παρόν.[5]
Το ζητούμενο είναι η διατήρηση της μνήμης.
Εικόνα με τετράγωνα.
Πολλά λόγια για το τίποτα;
Και λίγα λόγια να αγαπιόμαστε.
Η απελευθέρωση του παρελθόντος δεν (μπορεί να) καταλήγει στη συμφιλίωσή του με το παρόν…Η αναζήτηση του χαμένου χρόνου γίνεται (να γίνει) το όχημα της μελλοντικής απελευθέρωσης[6]. Να μοιραστούμε περισσότερα, λίγο χρώμα, τίποτα δεν είναι όπως θα μπορούσε, είμαστε και τα πράγματα που έχουμε (ξε)χάσει.

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία η Λήθη είναι ένας από τους πέντε ποταμούς που χωρίζει τον κόσμο των ζωντανών από τους νεκρούς. Οι ψυχές των νεκρών πίνουν από το νερό της Λήθης για να ξεχάσουν την προηγούμενη ζωή τους αφού έχουν επιλέξει την επόμενη.




[1] Θεωδορίδης Χ. (1955). Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, δεύτερη έκδοση, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, σελ 38–41.
[2] ΠΗΓΗ: Μανόλο Πρατσινάκης
[3] ΠΗΓΗ: Nικολάκης Κατσιμάνης
[4] Μarcuse, H. (1981). Έρως και Πολιτισμός, καλβος, Αθήνα.
[5] Το ίδιο.
[6] Μarcuse, H. (1981). Έρως και Πολιτισμός, κάλβος, Αθήνα.