Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2007

Ανεκπλήρωτοι έρωτες...

Είχαμε πρόβα με την γκρούπα (γκρούπα=παρέα από Μυτιλήνη που παίζουμε ρεμπέτικα) και βγάλαμε το καταπληκτικό αυτό ρεμπέτικο τραγούδι με τίτλο "Θέλω να πάψεις να γελας θέλω να κλαις". Είναι εντυπωσιακό πόση μεγάλη δύναμη και ένταση κρύβει μέσα από αυτές τις απλές λέξεις που μας παραθέτει.

Θέλω να πάψεις να γελάς, θέλω να κλαις
όπως εγώ και τ άλλα θύματά σου
Δεν θέλω άλλον να φιλάς και να του λες
τα πονηρά μεγάλα ψέμματά σου.

Θέλω τα βράδια όταν πας να κοιμηθείς
τα πράσινά σου μάτια να μην κλείνεις
και όπου τύχει να σταθείς κι όπου βρεθείς
κομμάτια απ την καρδιά σου να αφήνεις

Θέλω να πάψεις να γελάς, θέλω να κλαις
και ντροπιασμένη στο εξής να ζήσεις
και κάποια νύχτα ερωτική σου απ τις πολλές
από τον κόσμο θέλω πια να σβήσεις

Πρόσεξα τον δεύτερο στίχο και θυμήθηκα κάτι.

Όταν είχα ερωτευτεί για πρώτη φορά πάρα πολύ ένα κορίτσι πριν κάποια χρόνια είχα μπει σε μία κατάσταση ανεκπλήρωτου έρωτα, από αυτές που ποτέ δεν γίνεται τίποτα και όλα γίνονται μέσα στο κεφάλι σου. Απογοητέυμένος είχα αποφασίσεί ότι αφού δεν γίνεται να είμαι μαζί της θα ήθελα να αφήσω κομμάτια μου σε χίλιες μεριές του κόσμου ώστε κάποια στιγμή να μείνει σε εμένα κάτι το ουσιαστικό. "Να ριζώσω και να ξεριζωθώ χίλιες φορές" μέσα από μία ανάγκη για αυτοκάθαρση.

Το περίεργο είναι ότι το σκεφτόμουνα αυτό σαν κάτι το καλό, μία κατάσταση δοσίματος, μία διαρκής ανακάλυψη. Και σημάδεψε πολύ τον χαρακτήρα μου.

"και όπου τύχει να σταθείς κι όπου βρεθείς κομμάτια απ την καρδιά σου να αφήνεις"
Το τραγούδι αυτό βάζει σαν κατάρα αυτό που για εμένα ήταν κάτι το θετικό, μία συναισθηματική διέξοδο! Το να αφήνεις κομμάτια σου,εδώ και εκεί σε σχέσεις που δεν είναι ουσιαστικές, μέχρι να μείνεις κενός. Μία διαρκής εκτόνωση μέχρι το άδειασμα. Μου έκανε εντύπωση και μου θύμισε πόσο πολύ είχα τότε παρεξηγήσει τα πράγματα.
Μεγάλη λούμπα οι ανεκπλήρωτοι έρωτες και δεν θα το πρότεινα σε κανέναν. Αυτοανάλωση και ναρκισισμός, κλείσιμο και έλλειψη μοιράσματος. Να μας λείπει! Χρειαζόμαστε καταστάσεις που θα μας οδηγόύν στην αυτοπραγμάτωση, θα βάζουν πόντους + στο πινακάκι της ζωής, θα ανοίγουν δρόμους για ατόφια συναισθήματα και για πραγματικές, ειλικρηνείς, αμοιβαία ερωτικά σχέσεις. Γιατί τον τέλειο έρωτα δεν θα τον γνωρίσουμε ποτέ.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2007

Ω Υπερωκεάνειο

Της είπα: Σκέφτόμαι να γράψω πάνω στον τοίχο του δωματίου μου την φράση "Ω υπερωκεάνειο". Το υπερωκεάνειο συμβολίζει Αυτό που μας περιέχει, μας κουβαλάει όλους στο ταξίδι. Αυτό που συνεχώς κινείται και ξεπερνάει τα καθιερωμένα όρια του κόσμου, διανύει τον ωκεανό, το αξεπέραστο αυτό σύνορο, μας πάει εκεί που δεν θα μπορούσαμε ποτέ αλλιώς να βρεθούμε. Αυτό που μας καλεί να υπερβούμε τις καταστάσεις. Ο χρόνος και ο χώρος του ανήκουν. Eίναι μεγάλο και όμορφο. Συμβολίζει το επιβλητικό βραδυκίνητο πάθος που κινεί τα πάντα.

Μου απάντησε: O αποχωρισμός όταν φεύγει το πλοίο είναι ο πιό σκληρός που μπορεί να υπάρξει. Γιατί όταν για παράδειγμα φεύγει το τρένο μπορείς να τρέξεις από πίσω του, να το ακολουθήσεις, έστω και για λίγο. Όταν φεύγει το πλοίο ο αποχωρισμός είναι απότομος, δεν έχεις που να πας. Το ένιωσα αυτό όταν είχες φύγει μία φορά.

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2007

Aνθρωποκεντρισμός Vs Mη-Ανθρωποκεντρισμός

Πριν κάποιο καιρό διάβασα ένα ενδιαφέρον άρθρο που το συζήτησα ωραία με μερικούς φίλους. Σκεφτόμουν να γράψω από καιρό κάτι σχετικό στο μπλόγκ αλλά αυτό το κάλεσμα όλων των μπλόγκερς να γράψουν κάτι για το περιβάλλον με βρήκε απροετοίμαστο. Σκέφτηκα "γιατί να γράψω κάτι τέτοιο τώρα? ποιοί είναι αυτοί που το καλούν και με ποιά λογική? Δεν έχω γνώμη και πολύ θα ήθελα να ακούσω κάποιες απόψεις.


Τέλος πάντων επιστρέφω στο άρθρο. O τίτλος του είναι «Αnthropocentrism Vs Non-anthropocentrism: Why Should We Care?» και είναι ένα άρθρο περιβαλλοντικής ηθικής που πραγματεύεται την αντιπαράθεση του ανθρωποκεντρισμού με τον μη-ανθρωποκεντρισμού.
Μου άρεσε ότι το άρθρο δεν θέτει στο κέντρο του με ισχυρό τρόπο την αντιπαράθεση του ανθρωποκεντρισμού με τον μη-ανθρωποκεντρισμό αυτή καθέ αυτή αλλά αφήνει ανοιχτό το αν θα πρέπει ένα από τα δύο (ή και οτιδήποτε) να μπαίνει στο κέντρο μίας σκέψης. Μου άρεσε επίσης που το συμπέρασμά του δεν είναι να πάρει μία ξεκάθαρη θέση για την μία ή την άλλη προσέγγιση αλλά να δείξει ότι ο ανθρωποκεντρισμός ο οποίος είναι μία πολύ πλούσια θεωρία με ποικίλες φιλοσογικές τάσεις κλπ έχει κάποια κενά, δεν αρκεί για να εξηγήσει σήμερα το "γιατί να νοιαζόμαστε για τον φυσικό κόσμο". Αυτή η ηπιότητα που το διακρίνει μου είναι οικεία γιατί θεωρώ ότι από την μία ο ανθρωποκεντρισμός στην είναι τόσο ισχυρός ώστε χρειάζεται μικρές χαραμάδες κριτικής για να αρχίσει να σπάει σιγά σιγά. Από την άλλη (καλώς ή κακώς) έχω συνδέσει πολλές ισχυρά βιοκεντρικές τάσεις με στερεότυμένες και απομονωμένες σκέψεις.
Το όχημα που χρησιμοποιεί το άρθρο για να εισάγει την σκέψη του είναι ότι μία θεωρία δεν κρίνεται μόνο από τις πολιτικές προτάσεις και τις δράσεις που απορρέοουν από την αποδοχή της. Μία θεωρία κρίνεται από τα ηθικά ερωτήματα που μας θέτει για το «πως πρέπει να αισθανόμαστε». Και συνεχίζει συνδέοντας την θεωρία που ασπαζόμαστε και την σύνδεσή της με τα συναισθήματα που μπορεί να έχουμε για την φύση. Όταν λές σε κάποιον ότι τον αγαπάς, η δήλωσή σου δεν περιορίζεται στα 1, 2,3, ...10 οφέλη τα οποία σου προσφέρει σε εσένα αυτός ο άνθρωπος. Το συναίσθημα της αγάπης όπως και του σεβασμού προεκτείνονται και πέρα από την χρησιμότητα του άλλου προς τα εσένα. Έτσι η "αγάπη για την γη", "ο σεβασμός για το ποτάμι" είναι συναισθήματα που αν τα νοιώθουμε, ή κυρίως αν θέλουμε να τα νοιώθουμε, αν τα προτάσουμε, τότε ξεπερνάμε τα όρια μίας ανθρωποκεντρικής οπτικής. Κάπως έτσι καταλήγει ότι ο ανθρωποκεντρισμός έχει κενά και δεν πρέπει να μας αφήνει ικανοποιημένους.
Η συζήτηση με μία φίλη μου έδωσε μία άλλη οπτική. Αρχικά διαφωνεί ότι οι δύο κοσμοαντιλήψεις οδηγούν στις ίδιες πρακτικές (παρα μόνο συμπτωματικά ίσως), θέση την οποία υποστηρίζει το άρθρο. Συμφωνώ με αυτό. Συνεχίζει λέγοντας ότι το άρθρο δίνει την εντύπωση ότι ενώ υποστηρίζει τον μη-ανθρωποκεντρισμό, παίζει ένα ρητορικό παιχνίδι, που ίσως σχετίζεται με το γεγονός-όπως το αναφέρει- ότι δεν είναι δημοφιλής λογική και δεν έχει πέραση στους διαχειριστές της εξουσίας που είναι ούτως ή άλλως ανθρωποκεντριστές. Τέλος βλέπει στο στήσιμο του κειμένου μια ενσωματωμένη αίσθηση υποτέλειας, που την ωθεί να ξεκινήσει από ισχυρές ανθρωποκεντρικές αφετηρίες (π.χ. τα άκυρα και ανιστόρητα που λέει για την ανύπαρκτη μεταφυσική πίσω από τον ανθρωποκεντρισμό) τις οποίες παρουσιάζει αλλά δεν συζητάει, για να καταλήξει σε μια πολύ ασθενή και έμμεση υποστήριξη του μη-ανθρωποκεντρισμού.

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2007

To ποτάμι

Τις προάλλες έπεσε στα χέρια μου το βιβλίο του Mesa Selimovic "Death and the Dervish" που το είχα δανείσει σε μία φίλη. Κοιτώντας το βρήκα το παρακάτω απόσπασμα που το είχα σημειώσει. Μου έκανε εντύπωση γιατί εμπεριέχει μία αντίφαση που από την μία μπορείς να την δεις σαν ένα απροσπέραστο εμπόδιο από την άλλη μπορείς να την αποδεχτείς σαν μία φυσική διαδοχή καταστάσεων. Το συζητάω με κάποιος ανθρώπους και μου αρέσει να ακούω την πρώτη εντύπωση που προκαλεί. Η δικιά σας; Ένα ευχαριστώ για τα σχόλια των προηγούμενων δημοσιεύσεων.

The river resembles me: sometimes turbulent and foaming, more often calm and inaudible. I was sorry when they damned it up below the tekke and diverted it into a trench to make it obedient and useful, so it would run through a trough and drive a mill wheel. And I was happy when it swelled, destroyed the dam, and flowed free. I knew all the while that only tamed waters can mill wheat.

To ποτάμι μοιάζει με εμένα: μερικές φορές ταραχώδες και αφρώδες, πιο συχνά ήρεμο και σιωπηλό. Λυπήθηκα όταν έφτιαξαν φράγμα κάτω από το τεκέ και το εξέτρεψαν σε ένα χαντάκι για να το κάνουν υπάκουο και χρήσιμο, για να τρέχει μέσα σε ένα αυλάκι και να γυρίζει έναν νερόμυλο. Και χάρηκα όταν πλημμύρισε, κατάστρεψε το φράγμα και έρεε ελεύθερο. Παρόλα αυτά ήξερα ότι μόνο τα εξημερωμένα νερά μπορούν να αλέσουν σιτάρι.

Τετάρτη, 5 Σεπτεμβρίου 2007

Xρώματα σε χάρτη

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Έφτιαξα ένα κολάζ για ένα αγαπημένο πρόσωπο. Το κολάζ αυτό είχε διάφορες ασπρόμαυρες φωτογραφίες, κυρίως από τον "Φωτοφράκτη" του Εμπειρίκου και ένα βιβλίο με αστερισμούς. Το φτιάξιμο του κολάζ ήταν μία ωραία διαδικασία, έγινε σιγά σιγά και απεικονίζει την συναισθηματική κατάσταση που ήμουν εκείνες τις μέρες. Νομίζω ότι το κολάζ είναι ένας ωραίος τρόπος να βγάζεις προς τα έξω πράγματα που έχεις στο πίσω μέρος του κεφαλιού σου. Και είναι ενδιαφέρον να το βλέπεις αυτό ενώ να γίνεται και να αναρωτιέσαι που να βάλεις το τάδε χαρτάκι ή τι χρώμα να ζωγραφίσεις το τάδε σημείο.


Κάποια στιγμή ενώ τελείωνα , μου ήρθε η ιδέα να κάνω κάποιες νοητές διαδρομές πάνω στο κολάζ και να γράφω σε ένα χαρτί "τι είναι αυτό που βλέπω". Άρχισα έτσι να μαζεύω φράσεις που μου άρεσαν, σαν κάτι να μου έλεγαν. Έκανα 2-3 διαδρομές και μάζεψα κάποιες παραγράφους , τις οποίες συνέδεσα κάπως αυθαίρετα είναι η αλήθεια. Σας παραθέτω ένα πρώτο αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας και πολύ θα ήθελα να ακούσω σχόλια για την αίσθηση που προκαλεί κάτι τέτοιο.

Χρώματα σε χάρτη
Ι. Η γραμμή διέσχισε τα σύννεφα του υπερωκεανίου και διχοτομήθηκε μπροστά στο κενό. Απέκτησε αγγίγματα χρωμάτων και εμφάνισε λασπωμένα τοπία με άγριους λεπτεπίλεπτους λόφους. Το χέρι μου τρεμάμενο μόλις που προσπάθησε να αγγίζει τα βρώμικα νερά. Και ενώ η ένταση μεγάλωνε πίσω από την παρουσία του Άλλου ανθρώπου, εκτινάχθηκα μέσα από το εκτροχιασμένο τρένο και ανασηκώθηκα έκθαμπος μπροστά από τα πελώρια τείχη της Θύρας. Τριγύρω ακινησία και σεισμός.
ΙΙ. Το πεδίο άνοιξε και όσα απαιτήθηκαν είχαν ήδη τοποθετηθεί στον χάρτη. Η αλήθεια που ζήτησα δεσπόζει στον κόκκινο ουρανό και η οργή ξεφυσάει στον γαλάζιο αέρα της παιδικής ηλικίας. Η σύγκρουση είναι σφοδρή και κομμάτια από βράχους εκσφενδονίζονται στον αέρα. Μία πέτρα ζωντανεύει και γίνεται φίδι ενώ το παιδικό παιχνίδι στριφογυρίζει κρεμασμένο. Ένα νεύμα ξεπροβάλει μέσα από το κίτρινο ημικύκλιο. Μιλάει η μάσκα και ζητάει απόκριση. Έτσι αλλάζει η μέρα. Kαι η Ελευθερία αγναντεύει αμέριμνη τον επίδοξο εραστή που την κρυφοκοιτάει. «Σώσε με» του ψιθυρίζει «η σωτηρίας της Ανδρομέδας δεν είναι το τέλος αλλά η αρχή».
ΙΙΙ. Τότε τα αδηφάγα πετρώματα άρχισαν να κινούνται και να ανεβαίνουν μπουσουλώντας τα μεγάλα σκαλιά του ανοιχτού χώρου. Ο δρόμος της συγκάλυψης σφαγιάστηκε σε τρία κομμάτια και η σκιά του απλώθηκε σε μία έρημος που πάλλεται με μικρά στρόγγυλα τραπεζάκια και ξεχασμένα εθνόσημα. Τα χέρια σου ανυψώθηκαν σιγά σιγά σαν κινούμενα σχέδια. Και το πέταγμα των πουλιών που προκάλεσαν σου ταίριαξε τόσο πολύ που ο κύκλος των αστερισμών άρχιζε να μοιάζει με ένα καινούργιο Ήλιο! Τόσο πολύ που ο πετροπόλεμος των παιδιών επανήλθε στο έδαφος που του ανήκει! Γιορτή και πληγές! Το αίμα που έτρεξε επάνω σου ήταν όμορφο. Στάθηκες και το θαύμασες. Και η στιγμή έγινε ένα αντικείμενο μέσα στο τετράδιο. Το πρόσωπό που μου χάρισες έγινε ζωγραφιά στον τοίχο μου που αλλάζει χρώματα ανάλογα με το φως. Και το δίπλωμα του γράμματος ήταν παράλληλα τσάκισμα και τεμαχισμός.

Δευτέρα, 6 Αυγούστου 2007

Mετά το Εργαλείο τι;

Όταν αποφάσισα να σταματήσω να βγάζω το έντυπο του Εργαλείου (για τους λόγους διαβάστε το «τι ήταν το Εργαλείο» στο Εργαλείο Νο 5) ένοιωθα ένα μία έλλειψη. Μία έλλειψη όπως αυτές που αισθάνεται κανείς όταν αναχωρεί ένα αγαπημένο πρόσωπο ή όταν τελειώνει μία κατάσταση κίνησης.Από την μία νοιώθω την ανάγκη να συμμετέχω-δημιουργήσω κάτι που να λειτουργεί σε πιο πραγματικά πλαίσια, κάτι πιο πολιτικό το οποίο να μην έχει να κάνει ίσως τόσο άμεσα με την γραφή. Από την άλλη υπάάρχει μία διάθεση για μία πιο έμπρακτη έκφραση και για επίθεση σε πράγματα που με καταπιέζουν γύρω μου.
Το Εργαλείο Νο 5 τελειώνοντας βάζει τα εξής ερωτήματα:¨
Τι σημαίνει «γράφω κάποιες σκέψεις για τους άλλους»;
Είναι η προσπάθεια να βγει προς το έξω ο καλύτερός εαυτός;
Από ποία ανάγκη ξεκινάει αυτό;
Μήπως περισσότερο βλέπεις τα πράγματα από μία απόσταση και λιγότερο παρεμβαίνεις σε αυτά;
Μήπως αυτή είναι η ουσία της γραφής;
Οφείλει να είναι αυστηρά προσωπική ή καθαρά δημόσια; Συνδέονται αυτά;
Πώς η γραφή μετουσιώνεται σε πράξη;
Σε κάποια φάση μου δωρίστηκε ένα βιβλίο που ήταν σαν να μου προσέφερε κάποιες απαντήσεις. Ήταν το «Η ποιητική του έρωτα στο έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου» της Διαμαντής Αναγνωστοπούλου.
Το βιβλίο αρχίζει ως εξής:
Γιατί γράφει ένας ποιητής; Από τι παρακινείται να γράφει; Τι σημαίνει γράφω; Είναι άραγε μία προσπάθεια ολοκλήρωσης του εαυτού μέσα από τη διαδικασία της γραφής, ή ναρκισσιστικές αντανακλάσεις που αντισταθμίζουν την οδύνη του πραγματικού; Γράφω θα μπορούσε να είναι αυτό που μας σπρώχνει να ζήσουμε, να ζήσουμε τη ζωή μέσα στο πλημμύρισμά της. Αυτό που μας σπρώχνει να δημιουργήσουμε μέσα μας, αυτό που κρατάει το θάνατο σε απόσταση.
Ενθουσιάστηκα! Κάθισα και το διάβασα προσεκτικά.
Όταν διάβαζα τις τελευταίες γραμμές δεν πίστευα στα μάτια μου.
Ο επίλογος πάει κάπως έτσι:
Yπάρχει ωστόσο πάντοτε μία μεγάλη απόσταση να διανυθεί ανάμεσα στην επιθυμία και την ολοκλήρωσή της στο πραγματικό, ανάμεσα στην διαδικασία της γραφής και την πραγματικότητα. Αυτός ο δρασκελισμός επιτυγχάνεται μέσα και δια μέσου της ποίησης, όπου οι φαντασιώσεις – τα φαντάσματα παίρνουν μορφή και οι επιθυμίες εκπληρώνονται. Η ποίηση δεν μπορεί να καταλήξει σε ένα ακριβή προσδιορισμό αυτού που θέλει να πει, υπάρχει πάντοτε κάτι που διαφεύγει, που μένει μετέωρο, μας εκπλήσει και μας κεραyνοβολεί. Αυτό το μικρό τίποτα που αιωρείται είναι η ποίηση... Τίποτα δεν είναι τελειωμένο, τίποτα δεν είναι οριστικά κατανοητό. Κάθε τέλος είναι μία νέα αρχή.
Επιτέλους!!! Να μία απάντηση! Ποίηση; Ποίηση! Και έτσι σκέφτηκα να πειραματιστώ λίγο…
(συνέχεια)

Τετάρτη, 6 Ιουνίου 2007

ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ Νο 5

Tο Εργαλείο Νο 5 (και τελευταίο)
Θα μπορούσα να’ μουν δεμένος σ’ ένα καρυδότσουφλο και να νομίζω πως είμαι βασιλιάς σε χώρο απέραντο [φτάνει να μην είχα κακά όνειρα] Άμλετ –

See the morning sun,
οn the hillside,
not living good,
travel wide
-Bob Marley-
Tι ήταν Το Εργαλείο

Mία φορά και ένα καιρό γεννήθηκε το Εργαλείο. Το Εργαλείο ήταν φτιαγμένο από χαρτί και του άρεσε να κάνει βόλτες ανάμεσα σε κόσμο. Ή τουλάχιστον του άρεσε να νομίζει ότι το κάνει. Δεν θυμάται ακριβώς πώς άρχισε να υπάρχεί. Αυτό που μπορεί να ανακαλέσει είναι το σκοτάδι και ένα δυνατό αεράκι που το έσπρωχνε να περάσει κάτω από τα περιβάλλοντα τείχη.
Το Εργαλείο ήθελε όταν μεγαλώσει να γίνει κάτι πολύ σημαντικό: o πρόλογος για ένα βιβλιαράκι που θα είχε μέσα του όλες τις σημαντικές στιγμές –ωραίες και άσχημες- μίας ολόκληρης ζωής. Να γίνει δηλαδή ένα προσωπικό εργαλείο για την υπεράσπιση της μνήμης και την κατασκευή της ευτυχίας. Κάτι που από μόνο του θα ήταν αρκετό. Όμως πολύ γρήγορα ανακάλυψε ότι ο πρόλογος που θα ένωνε όλες αυτές τις στιγμές δεν είναι κάτι που μπορεί να τελειώσει εύκολα αλλά ότι εξελίσσεται με κάθε δευτερόλεπτο που περνά. Και έτσι αποφάσισε να μεγαλώσει και να βγει προς τα έξω.
Στην πρώτη του έξοδο έγινε ένα ανθρωπάκι που χάνεται σε ένα τρένο.
Στη δεύτερη μία γυναίκα που χορεύοντας “μαζεύει δύναμη” και την διοχετεύει.
Στην τρίτη έγινε «ασύνδετες προσπάθειες αποστασιοποίησης και επικοινωνίας», ένα ανθρωπάκι που κάνει κύκλους, εμφανίζεται σε ένα πλανήτη, χορεύει, χάνεται και ξαναεμφανίζεται.
Στην τέταρτη έγινε μία «έντυπη προσπάθεια έκφρασης και πράξης» ένας άνθρωπος χρησιμοποιεί το εργαλείο του για να κόψει κάτι.
Τώρα παίρνει την μορφή ενός παππού.
Ο παππούς αυτός είναι πολύ συμπαθητικός, σχεδόν αστείος με αυτά τα κουμπωτά μάτια του που σε κοιτάζουν απορημένα. Λες και δεν καταλαβαίνει πώς μπορεί να υπάρχει τόσο άγχος, φόβοι και ανασφάλειες στο κόσμο. Σαν να μην τον βαραίνουν τα χρόνια που έχει στην πλάτη του. Ανάλαφρος και σεβαστός. Μια φιγούρα αρκετά ελεύθερη, δεν νομίζεται; Ίσως για αυτόν ο θάνατος αποτελεί ένα ακόμη σημείο που θέτει το στοίχημα της ελευθερίας και ότι για αυτό το τέλος έχει σημασία σε όλα τα πράγματα. Το Εργαλείο θέλει να έχει ένα ωραίο τέλος γιατί έχει ανάγκη να αλλάξει μορφή.
Έτσι λοιπόν. Τι πέτυχε τελικά το εργαλείο; Ας μιλήσουμε λίγο για το τι ήθελε να πετύχει. Θα έλεγε κανείς ότι αυτό που έκανε βασικά ήταν να σκέφτεται. Βασικά αυτό. Για το πώς θα καταφέρει να μιλήσει για την ζωή του, για την ζωή άλλων ανθρώπων, τις συνδέσεις στις οποίες μπορούμε να ελπίζουμε και τις ρήξεις που οφείλουμε να πραγματώσουμε. Αυτό που ήθελε να γίνει είναι αυτό:

Το σύμβολο ενός συναισθήματος από αυτά που θέλουν να αγκαλιάσουν ολόκληρο τον κόσμο. Ένα ουσιαστικό μέσω επικοινωνίας με τους πιο αγαπημένους ανθρώπους που δεν βρίσκονται δίπλα του. Ένα εργαλείο ενάντια στην προσωπική και κοινωνική σιωπή που θέλει να μιλήσει για το ζήτημα της επαναστατικής αλλαγής.
Το Εργαλείο φαντάστηκε ένα δικό του τρόπο για το κάνει αυτό. Σκέφτηκε ότι αν καταφέρει να είναι αληθινά και ειλικρινά ο εαυτός του σε αυτό που βγάζει προς τα έξω θα καταφέρει τελικά να πλησιάσει μερικούς ανθρώπους που θα αναγνωρίσουν σε αυτό ένα κομμάτι του δικού τους εαυτού. Έτσι θα μπορέσει να ανοίξει μία συζήτηση. Και ίσως στην πορεία να συναντήσει και άλλα εργαλεία. Ένας σπόρος που μπορεί να ριζώσει και να ξεριζωθεί σε χίλια μέρη χίλιες φορές. Το Εργαλείο ήθελε να είναι διάφανο. Αυτό που βλέπεις είναι αυτό που παίρνεις. Στην πορεία όμως ανακάλυψε ότι τα πράγματα δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι ωραίο να αφήνεσαι στις αντιφάσεις σου και να αντιμετωπίζεις με ευθύτητα τα λάθη που έρχονται αφού η ίδια η ομορφιά βρίσκεται στον ανταγωνισμό των αντιθέτων.
Επιπλέον και πιο σημαντικό, το Εργαλείο δεν κατάφερε να ανακαλύψει την άγνωστη αυτή ουσία που κάνει τους ανθρώπους να επικοινωνούν και να ανοίγουν μέσα από αυτή την διαδικασία καινούργια πεδία ο ένας για τον άλλον. Δεν μπόρεσε να την βρει ίσως γιατί αποδείχτηκε ότι ήταν περισσότερο μοναχικό από ότι θα ήθελε. Σαν ένα από αυτά τα πράγματα που έχεις την αίσθηση ότι το κάνεις για κάποιον άλλο. Δηλαδή σαν την διαμόρφωση μίας ιδεατής–πλατωνικής σχέσης με αυτά που κάνεις η οποία αυτοκαταναλώνεται και δεν μπορεί να γονιμοποιήσει μία ουσιαστική κατάσταση.
Το Εργαλείο προσπάθησε να βάλει σε τάξη κάποια στοιχεία μέσα του αλλά κάποια στιγμή είδε ότι δεν τα καταφέρνει και πολύ καλά. Ότι μάλλον μέσα από αυτή την διαδικασία άρχισε να διχάζεται περισσότερο ανάμεσα στην γραφή και την πράξη. Τι σημαίνει «γράφω κάποιες σκέψεις για τους άλλους»; Είναι η προσπάθεια να βγει προς το έξω ο καλύτερός εαυτός; Από ποία ανάγκη ξεκινάει αυτό; Μήπως περισσότερο βλέπεις τα πράγματα από μία απόσταση και λιγότερο παρεμβαίνεις σε αυτά; Μήπως αυτή είναι η ουσία της γραφής; Οφείλει να είναι αυστηρά προσωπική ή καθαρά δημόσια; Συνδέονται αυτά; Πώς η γραφή μετουσιώνεται σε πράξη;
Ενδόμυχα το Εργαλείο ήθελε να δημιουργήσει γύρω του κάτι ζωντανό, μία κοινότητα φίλων, αλλά φυσικά τα πράγματα δεν γίνονται έτσι. Χρειάζεται να ανακαλύπτεις τρόπους να δημιουργείς και να επεκτείνεις μία συναισθηματική εμπλοκή για αυτά με τα οποία νοιάζεσαι. Και αυτό σημαίνει νομίζω να εμπλέκεις πραγματικές σχέσεις μέσα από αυτά. Το άτομο δεν είναι δοχείο όπως η κοινότητα για να γεμίσει από μόνο του με σημασίες. Κάπως έτσι ο δρόμος που ανοίγεται μπροστά του είναι αυτός της πράξης.
Και κάτι για τελείωμα. Η λέξη «Ελευθερία» προέρχεται από το ρήμα έρχομαι. Από το θέμα του ελευθ-ήσομαι και την κατάληξη –ια είναι η ελευθερία. Μία ερμηνεία για το νόημα της λέξης Ελευθερία ετυμολογικά είναι «Aυτή που την φέρνουν». Ποιοι; Από πού; Πότε; Ποιά; Το Εργαλείο παλιότερα θα έλεγε ότι η ελευθερία είναι πρώτα απ’όλα ένα συναίσθημα που πηγάζει από το εσωτερικό του ανθρώπου. Ότι έχει να κάνει με την ισορροπία, με την σταθερότητα στα πιστεύω, με το να θυμάσαι ποιος είσαι. Τώρα μαθαίνει όλο και περισσότερο ότι ελευθερία είναι «οι δυνατότητες που σου δίνουν οι άλλοι». Και θα ήθελε, για εσάς και για εμένα, η παραπάνω διαπίστωση να περνάει μέσα από μία γόνιμη καθημερινότητα όπου κάθε στιγμή θα είναι ευκαιρία για μία υπέρβαση. Και από μία επικοινωνία από αυτήν που σου γεμίζει το κεφάλι μέχρι το σημείο που πάει να σκάσει και μετά αδειάζει και γλυκαίνει όλο τον κόσμο. Και τέλος από την συναισθηματική συμμετοχή σε όλους αυτούς τους μικρούς και μεγάλους, προσωπικούς και κοινωνικούς αγώνες για τις αξίες της ελευθερίας και του κομμουνισμού στην κοινωνική έρημο στην οποία έτυχε να βρεθούμε. Ουφ το’ πα!
Επιφυλάσσομαι και ελπίζω για τα λάθη μου.
Αγάπη και Δύναμη!


Tι είναι το ταξίδι

Δεν μπορώ να ορίσω με μία φράση τι είναι το ταξίδι. Αν ήταν χρώμα θα ήταν το μαύρο της νύχτας που μόλις που σπάει όταν χαράζει. Αν ήταν πράγμα θα ήταν κάτι μικρό, ένα φορητό σταχτοδοχείο από αυτά που τα ανοίγεις, τα αδειάζεις, μετά τα γεμίζεις με στάχτη, τα κλείνεις και προχωράς. Πρώτα απ’ όλα είναι μία φαντασίωση. Αλλά δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό. Οφείλει να γίνει πράξη και δοκιμασία της ενότητά σου με τον κόσμο. Ταξίδι είναι να κοιτάς από το παράθυρο του τρένου και να γράφεις, να κολυμπάς χιλιόμετρα και να σκέφτεσαι τους δικούς σου, να περπατάς στην πόλη και να κοιτάς τους ανθρώπους στα μάτια, να πίνεις μία μπυρίτσα στο ποτάμι. Το ταξίδι είναι πρώτα απ’όλα αυτό που ονειρεύεσαι. Αλλά οφείλεις να το κάνεις πράξη∙ ήρεμα, εύκολα και ωραία.
- Γιατί φεύγεις συνεχώς; Για να διατηρήσεις την ψευδαίσθηση της ελευθερίας; Τότε αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει ελευθερία;
- Υπάρχει και δεν υπάρχει. Κάνω κύκλους. Φεύγω και επιστρέφω. Ελεύθερος και δεσμευμένος.
Nα ξέρεις όμως ότι η πράξη σκοτώνει την φαντασία. Τέρμα τα ψέματα! Δεν υπάρχει ο παράδεισος στην λατινική Αμερική, η ανατολή δεν είναι γεμάτη μεθυστικά αρώματα, η φιλία δεν κινείται στα βαγόνια και στα χόστελ. Παντού όλα είναι τα ίδια και χειρότερα και αυτό είναι η αλήθεια. Και την ίδια στιγμή που το λες αυτό κάτι αρχίζει να σε ενοχλεί. Αν ήταν πράγμα θα ήταν κάτι μικρό, μία καρφίτσα που ξέχασες στο παντελόνι. Σε ξυπνάει και σου λέει λόγια, σου υπόσχεται τις πιο έντονες στιγμές, όλα όσα θα ήθελες να κάνεις. Μία Ελευθερία. Ψεματάκια που τα χάφτεις οικειοθελώς και ανιδιοτελώς.

- Tότε πρέπει να μείνω ή να φύγω; Γιατί προφανώς δεν έχει κανένα νόημα. Αν είμαι δεσμευμένος τότε δεν είμαι ελεύθερος. Και αν ο σκοπός είναι να επιστρέψω, τότε γιατί να φύγω;
Ας είναι έτσι. Το ταξίδι μπορεί να είναι μία τάση φυγής αλλά δεν μπορεί να είναι μόνο αυτό. Μπορεί να είναι και φιγούρα αλλά δεν μπορεί να μένει εκεί. Γιατί αργά ή γρήγορα θα γίνει καθρέφτης, θα σε φτύσει και θα σε πετάξει από πάνω του. Tο ταξίδι οφείλει να είναι μία έκφραση της ανάγκης σου για τους άλλους. Γιατί αλλιώς το μόνο που υπάρχει είναι το κενό. Το αίσθημα του ταξιδιού είναι αυτό που με ωθεί να φύγω για να επιστρέψω δυνατότερος, να μοιραστώ, να κάνω και να γίνω περισσότερα.
- Mα αυτή είναι η ουσία του: Να επιθυμήσεις ένα άλλο μέρος, να φύγεις και να φτάσεις ξανά στο μέρος με το οποίο έχεις δεθεί. Αυτό δεν θα το ήθελες ούτε κανένα άλλο μέρος στον κόσμο, αλλά έτσι κι αλλιώς∙ από εκεί δεν θα ήσουν υποχρεωμένος να αναχωρήσεις, γιατί θα βρισκόσουν στο πουθενά. Και είσαι επίσης στο πουθενά αν αυτό είναι το μόνο μέρος που έχεις.
(Με πλάγια από το βιβλίο του Mesa Selimovic "Death and the Dervish")
We do not know when the revolution will triumph.
But we know that the revolution is with us.
And there is no doubt that if the revolution is crushed,
it will be crushed because on this occasion we have been defeated
αnd never because we have found it useful to compromise.
We will have on events, the kind of influence which will reflect
our numerical strenght, our energy, our inteligence and our intransigence.
Even if we are defeated, we will have performed a worthy task
for human progress is measured by the persistence and regeneration
of selflessness and the willingness to see beyond the limits of our own time.
And if today we fall without compromising,
we can be sure of victory tomorrow.
Simple Men



Νοιώθεις ποτέ έτοιμος,
πραγματικά να χάσεις
τον έλεγχο;

Για τις στιγμές, τις μουσικές, τις κουβέντες, τις σιωπές, τις απογοητεύσεις, την βαρεμάρα, τα όνειρα, τον θυμό, τον έρωτα, τους εφιάλτες, τις ιδέες που τριγυρίζουν στους διαδρόμους, τις αίθουσες, τις ταράτσες και τα υπόγεια της κατάληψης Φάμπρικα Υφανέτ.

ΤΟ ΕΡΓΑΛΕΙΟ Νο 4

TO EΡΓΑΛΕΙΟ Νο 4
Έντυπη προσπάθεια έκφρασης και πράξης


Τι είναι το Εργαλείο;

Η γη μας μαθαίνει πιο πολλά απ’ όσο όλα μαζί τα βιβλία. Γιατί μας αντιστέκεται. Ο άνθρωπος ανακαλύπτει τον εαυτό του όταν αναμετριέται με αυτό που αντιστέκεται. Μα για να το ζυγώσει χρειάζεται κάποιο εργαλείο. Του χρειάζεται μία διχάλα ή ένα αλέτρι. Ο χωριάτης με τον μόχθο του ξεριζώνει λίγο λίγο κάποια μυστικά απ’ τη φύση και γίνεται παγκόσμια η αλήθεια που ξεσκλαβώνει. Έτσι και το αεροπλάνο, το εργαλείο αυτό των αιθέρων, ανακατώνει τον άνθρωπο με όλα τα προβλήματα που υπήρχαν από παλιά στη ζωή...
Εισαγωγή από το βιβλίο «Η γη των ανθρώπων» του Αντουάν Ντε Σαϊντ Εξυπερύ

Εditorial

Παλιότερα μία εφημερίδα τοίχου μπορεί να ήταν αρκετή για να κυκλοφορήσει ένα μήνυμα μεταξύ εκατοντάδων ανθρώπων. Σήμερα χρειάζονται εκατοντάδες χαρτιά, κείμενα, αφίσες, τρικάκια για να μπορείς να κάνεις την υπόθεση ότι το περιεχόμενο ενός μηνύματος έγινε κατανοητό τουλάχιστον από ένα άτομο. Eπιπλέον είναι τόσα τα έντυπα που κυκλοφορούν ανάμεσά μας ώστε είναι δύσκολο να βρεις κόσμο που να δώσει βάση σε δύο κουβέντες. Αυτό αντανακλάται και στα ίδια τα έντυπα που ακόμα κι αν προσπαθούν να το αποφύγουν είναι «κάπως».
Πολλές φορές σε αυτά που γράφουμε λείπει κάτι από τη ζωή. Αυτό που λείπει από το γραπτό λόγο που ερχόμαστε σε επαφή (κείμενα, μπροσούρες, αναλύσεις, περιοδικά, εφημερίδες) είναι μία άλλη αισθητική της επικοινωνίας. Μία αισθητική που από μόνη της θα λέει πράγματα και η οποία δεν μπορεί παρά να έχει να κάνει με συναισθήματα, ένστικτα και ορμές που αδυνατούν να παρουσιαστούν, με ιδέες και γενικότερα με μία αίσθηση κίνησης ή μάλλον καλύτερα αναχώρησης. Mε τον όρο «αισθητική της επικοινωνίας» επιχειρείται να οπτικοποιηθεί ο Λόγος, να μεταφερθεί στις τρεις διαστάσεις, να αποκτήσει χρώμα, ήχο, μορφή. Αυτή η αμεσότητα, που σου τρυπάει το κόκαλο είναι σίγουρα ένα από τα συστατικά τις επικοινωνίας, αυτής της άλλης αισθητικής. Ο Schiller υποστήριζε ότι, για να λύσει κανένας το πολιτικό πρόβλημα «πρέπει να περάσει μέσα από το αισθητικό, αφού εκείνη που οδηγεί στην ελευθερία είναι η ομορφιά». Κρίνεται δύσκολο να περιγραφτεί περισσότερο τι σημαίνει αυτό. Γεγονός είναι όμως ότι έχει μία δόση αλήθειας και όταν η διαδικασία αυτή γίνεται βίωμα καταλαβαίνουμε ότι, με όλες τις αδυναμίες που μπορεί να έχει, αυτό είναι αρκετό.
Το Εργαλείο δεν θα ήθελε να κριθεί από το βαθμό καινοτομίας του περιεχομένου του αφού αυτός δεν είναι ο στόχος του. Είναι περισσότερο μία χειρονομία. Προέκυψε σε κάποια φάση ως ένα φυλλαδιάκι μεταξύ φίλων και από τότε ανοίγει κάπως. Επιδιώκει να αποτελέσει στοιχείο μίας συζήτησης που υπάρχει ανάμεσά μας αλλά δεν λέει να ξεκινήσει.

Ένα παραμύθι (εντυπώσεις από ένα ταξίδι προς τα ανατολικά)

Τα πιο ωραία παραμύθια είναι αυτά που προκύπτουν από κάποιο μύθο. Έτσι και εγώ άκουσα μία ιστορία για το ρόδο του Ισφαχάν η οποία μου σφηνώθηκε στο μυαλό. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσα με τίποτα να θυμηθώ τι έλεγε αυτή η ιστορία, την είχα ξεχάσει εντελώς και μου είχε μείνει μόνο μία έντονη εντύπωση. Ρώτησα διάφορο κόσμο. Μία βοτανολόγος είπε ότι μπορεί να πρόκειται για το τριαντάφυλλο του Μωάμεθ που βγαίνει κάθε δύο μήνες την άνοιξη σε ένα κήπο στο νότιο Ιράν. Μία μαγείρισσα μου είπε ότι πρόκειται για ένα σπάνιο μπαχαρικό ενώ ένας φοιτητής είπε ότι είναι ένα είδος σχεδίου χαρακτηριστικό της αρχιτεκτονικής του Ισλάμ. Όμως τίποτα από αυτά δεν έφτανε τις προσδοκίες μου.
Δρόμο παίρνω δρόμο αφήνω και φτάνοντας στο Ισφαχάν πρόσεξα ότι ήταν γεμάτο από ανθρώπους που κάτι ψάχνανε. Πήγαιναν στην πλατεία και ρωτούσαν όποιον ξένο έβλεπαν για διάφορα πράγματα που έχουν να κάνουν με τον έξω κόσμο. Στην πραγματικότητα ήταν κάτι σαν φυλακισμένοι∙ γνώριζαν τουρίστες όπως εγώ για να ταξιδέψουν μακριά από την πόλη τους. Για το ρόδο του Ισφαχάν πάντως δεν ήξεραν τίποτα. Φαντάστηκα ότι τελικά θα ήταν ένα ψέμα, μία ψευδαίσθηση, κάτι ασήμαντο δηλαδή που άκουσα κάπου. Κάποια στιγμή όμως με πλησίασε ένας τύπος από αυτούς που έχεις την αίσθηση ότι σίγουρα θα σου πουν κάποια κοινοτυπία ή χαζομάρα. Με ρώτησε από πού είμαι και όταν του είπα ότι είμαι από την Ελλάδα μου είπε πολλές φορές πόσο πολύ του αρέσει η μυθολογία και ιδιαίτερα ο μύθος του Προμηθέα.
Αρχίζει να μου διηγείται πώς ο Ηρακλής συνάντησε τον Προμηθέα στον Καύκασο, όπου ήταν δεμένος σ' ένα βράχο του βουνού και ένας αετός ερχόταν και του έτρωγε το συκώτι. Τον είχε τιμωρήσει ο Δίας επειδή δεν πειθάρχησε και έδωσε τη φωτιά στους ανθρώπους, ένα πολύτιμο δώρο που άλλαξε τη ζωή τους. Ο Ηρακλής σκότωσε τον αετό και απελευθέρωσε τον Προμηθέα.
Μου εξήγησε ότι του αρέσει πολύ αυτή η ιστορία γιατί ενσαρκώνει την επιθυμία του ατόμου να θέλει να γίνει το ίδιο η μία ουσία του κόσμου, πράγμα το οποίο το οδηγεί στο να διαπράττει ιεροσυλία και να υποφέρει. Η δύναμη που απελευθερώνει τον Προμηθέα από τα δεσμά του αποτελεί τη χαρούμενη ελπίδα ότι ο άνθρωπος μπορεί να απαλλαγεί από την επιβαλλόμενη οδύνη μέσα από την επίτευξη μίας επανακεκτημένης ενότητας. Με ρώτησε αν ήξερα τι απέγινε τελικά ο φορέας αυτής της δύναμης. Του μίλησα τότε για το τέλος του Ηρακλή.
Ο Ηρακλής έπρεπε να περάσει από τον ποταμό Εύηνο μαζί με την γυναίκα του την Δηιάνειρα. Στον ποταμό Εύηνο όμως είχε καταφύγει ο Κένταυρος Νέσσος μετά από την εξόντωση των υπόλοιπων Κενταύρων από τον Ηρακλή. Ο Νέσσος εκτελούσε χρέη πορθμέα του ποταμού, δηλαδή περνούσε απέναντι όποιον ήθελε να διαβεί το ποτάμι. Ο Ηρακλής πέρασε μόνος του το ποτάμι όμως τη Δηιάνειρα την πήρε στη ράχη του ο Νέσσος. Μόλις τελείωσε το έργο του προσπάθησε να την κλέψει, οι δυνατές φωνές της κινητοποίησαν τον Ηρακλή, ο οποίος με μια σαϊτιά έκοψε το νήμα της ζωής του Νέσσου.
Πεθαίνοντας ο Νέσσος συμβούλεψε τη Δηιάνειρα να αναμίξει το σπέρμα του με το αίμα που έρεε από την πληγή του για να φτιάξει ένα φίλτρο που θα έδενε τον Ηρακλή για πάντα κοντά της. Όταν ο Ηρακλής φόρεσε το ρούχο, το οποίο είχε εμποτιστεί με το φίλτρο, το ένιωσε να κολλά επάνω του και επιχειρώντας να το βγάλει έσκιζε μαζί και τις σάρκες του. Η Δηιάνειρα αυτοκτόνησε και ο Ηρακλής, άναψε μεγάλη πυρά και μπήκε μέσα για να καεί.
Αυτή η ιστορία εντυπωσίασε πολύ τον φίλο μου γιατί του έκανε κάτι σαν μία βαθύτερη γνώση. Ο Ηρακλής, ο ήρωας των ανθρώπων έγινε τελικά ένα με την ουσία του Κενταύρου το κατεξοχήν σύμβολο της συνύπαρξης του ανθρώπινου με το ζωώδες. Με άλλα λόγια η ηράκλεια δύναμη που νομιμοποιεί την ανταρσία του τιτάνα Προμηθέα δίνοντας στους ανθρώπους τη δύναμη να υποβαθμίσουν τoυ ολύμπιους θεούς, τελικά γίνεται ένα με την ουσία της αρχέγονης πεσιμιστικής αλήθειας που αντιπροσωπεύει ο κόσμος των διονυσιακών πλασμάτων όπως ο Κένταυρος. Ότι η δράση δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα στην αιώνια φύση των πραγμάτων, ότι δεν υπάρχει τίποτα. Ότι η γνώση σκοτώνει τη δράση και έτσι η δράση χρειάζεται τα πέπλα της ψευδαίσθησης.
Τότε με ρώτησε αν μου αρέσουν τα ποιήματα και όταν απάντησα πως ναι πήρε ένα χαρτάκι από το έδαφος και μου έγραψε το εξής:
Windows
People tell me
That windows
Don’t have feelings
Or a heart
But when the glass
Of a window
Is steamed up
And I’m writing
With my finger on it
The words ‘I love you’
Then the window panes
Start to cry
Στο τέλους του χαρτιού, μού έγραψε τη λέξη Sepaha και μου είπε ότι αυτό είναι το πραγματικό όνομα της πόλης, πράγμα που οι κάτοικοί της το έχουν ξεχάσει από καιρό. Καθίσαμε και συζητήσαμε ώρες εκείνο το βράδυ. Δεν το ρώτησα τίποτα για το ρόδο του Ισφαχάν γιατί ούτε καν μου πέρασε απ’ το μυαλό.

Συντεταγμένες (σκέψεις που γίνονται μέσα στα λεωφορεία)

1. Χρόνος

Όλοι και όλες περιμένουν κάτι να συμβεί. Συνήθως οι επιθυμίες αποτυπώνονται με το γραπτό λόγο σε ημερολόγια, σημειωματάρια και πολλά άλλα. Εκεί στα κρυφά μεταφέρονται αδιαπέρατες σκέψεις, ο καθένας βρίσκει τρόπους για να περνάει μηνύματα προς τον εαυτό του κάτω από τα τείχη. Η ζωή που δεν βγαίνει από το κλουβί, η ηρεμία που γίνεται βάλτος, η ανησυχία που γίνεται κόμπος, ερωτήματα που δεν τίθενται…
...οπτικές που δεν θα δούμε ποτέ. Περιμένεις να ακούσεις κάτι για αυτό το κάτι; Σχέσεις που καταναλώνουν dvd, ένας ολόκληρος κόσμος μένει ανεξερεύνητος στα πάρτυ που γίνονται τα ίδια και τα ίδια, στις οικογένειες που μεταφέρουν τα ίδια σκατά στο πίσω μέρος του κεφαλιού των παιδιών, στους έφηβους που βγαίνουν λίγο προς τα έξω και μερικές φορές δημιουργούν μία αίσθηση ότι ο συμβιβασμός είναι μεγαλύτερος από ποτέ άλλοτε.

2. Χώρος

Ο κόσμος είναι σαν ένα νόμισμα με δύο όψεις. Ό,τι είναι για την Ανατολή το Ισλάμ είναι για τη Δύση η καταναλωτική κοινωνία. Στις χώρες της Ανατολής η θρησκεία του Ισλάμ εισχωρεί σε όλους τους τομείς της ζωής και είναι βαθιά ριζωμένη στις συνειδήσεις των ανθρώπων. Ακόμα και ο πιο νέος και συνειδητοποιημένος κόσμος που σκέφτεται και αμφισβητεί έχει στο πίσω μέρος του κεφαλιού του ένα φόβο που παραμένει από μία μακρόχρονη διαδικασία χειραγώγησης και πλύσης εγκεφάλου.
Το ίδιο συμβαίνει στη δύση. Η καταναλωτική κοινωνία αποτελεί με ανάλογο τρόπο ένα ανορθολογικό σύστημα που καθορίζει ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής (με κάποια εναλλακτικά στοιχεία είναι η αλήθεια), δημιουργεί έναν κόσμο που δεν χωράει τίποτα άλλο. Για τα παιδιά που μεγαλώνουν σήμερα, ο καλύτερος τρόπος να περάσει κανείς τον ελεύθερό του χρόνο είναι μία βόλτα σε ένα εμπορικό κέντρο – τέτοιες εικόνες και ρόλοι γίνονται μοντέλα ζωής σε ένα μεταφυσικό σύστημα που στερείται περιεχομένου.

3. Άτομο & Συλλογικότητα

Η αμοιβαιότητα και η αλληλοβοήθεια είναι αξίες που έχουν τόσο μεγάλη ιστορία (αλλά και τόσο άγνωστη) όσο η ιστορία του ανθρώπου. Αν παρατηρήσουμε την παρουσία τους στην καθημερινή ζωή των σύγχρονων κοινωνιών δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε ότι κάτω από την πραγματικότητα της αλλοτρίωσης και του πολέμου στην οποία ζούμε υπάρχει μία μέθοδος ζωής και κοινωνικής οργάνωσης η οποία είναι, ακόμα και σήμερα, μία λειτουργική αρχή μέσα στην κοινωνία.
Είναι απίστευτο πώς μικρά πράγματα αρκούν για να μετατρέψουν απλές πράξεις όπως το φαγητό, τη φιλοξενία, το χάρισμα ενός ασήμαντου αντικειμένου, ένα χαμόγελο σε μαγικές στιγμές.
Η ουσία βρίσκεται σε αυτή την έκπληξη που νοιώθεις όταν μπορεί να βρεθείς στα πιο περίεργα μέρη του κόσμου και να συναντήσεις τους ίδιους ανθρώπους που να σου θυμίζουν κάτι από τους παλιούς φίλους.
Η αμοιβαιότητα και η αλληλοβοήθεια επιβιώνουν μέσα στις πιο απάνθρωπες συνθήκες και αποτελούν την εκ του αντιθέτου απόδειξη της συνύπαρξης του καλού και του κακού, ότι μέσα στην ιστορία των αυτοκρατοριών υπάρχει μία άλλη ιστορία που μένει να την ανακαλύψουμε. Εδώ κολλάει και η φράση του Κούντερα ότι «ο αγώνας του ανθρώπου ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της Μνήμης ενάντια στην Λήθη*».
Μερικές φορές δημιουργείται η αίσθηση ότι ο κόσμος είναι σαν μία χημική αντίδραση. Σε αυτή την αλλαγή μπορούμε να γίνουμε οι δείκτες, oι καταλύτες του χρόνου μέσα στο χρόνο, να κάνουμε ορατό το γεγονός ότι η εξέλιξη ήταν πάντα μία βίαιη διαδικασία, η οποία ταρακουνάει τους ανθρώπους, τους μπερδεύει και αφήνει ανοιχτές μία σειρά από επιλογές. Η ύπαρξη αυτών των επιλογών είναι η ουσία της ελευθερίας.
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία η Λήθη είναι ένας από τους πέντε ποταμούς που χωρίζει τον κόσμο των ζωντανών από τους νεκρούς. Οι ψυχές των νεκρών πίνουν από το νερό της Λήθης για να ξεχάσουν την προηγούμενη ζωή τους αφού έχουν επιλέξει την επόμενη.


Λίγα λόγια για το στρατό (…παντού συμβαίνει το ίδιο)

Μιλώντας με διάφορους νέους σε ολόκληρο τον κόσμο σχετικά με το στρατό μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι παντού συμβαίνει το ίδιο. Ό στρατός πρώτα από όλα αποτελεί μία υποχρέωση η οποία λειτουργεί ως προϋπόθεση για να συνεχίσει κανείς την ζωή του. Να μπορεί να ταξιδέψει, να βρει δουλειά, να μην έχει προβλήματα με την αστυνομία. Είναι κάτι σαν το διαβατήριο για μία ζωή με τα προφανή δικαιώματα. Ο στρατός είναι ένας θεσμός που, σε ολόκληρο τον κόσμο, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να κρατάει τους πολίτες ενός κράτους ομήρους.
Είναι πολύ δύσκολο να γνωρίσεις τους ανθρώπους αυτούς που με τη θέλησή τους στηρίζουν αυτό το θεσμό. Αυτό που υπάρχει και είναι πραγματικά λυπηρό είναι οι άνθρωποι που δεν έχουν φύγει ποτέ από τα μέρη τους, που έχουν εμποτιστεί με μερικά στάνταρ κοινωνικά κατασκευάσματα του στυλ «θα προστατέψω την πατρίδα», «θα ζήσω μία διαφορετική εμπειρία», «θα είναι ωραία όταν θα φεύγω και θα με αποχαιρετούν οι φίλοι μου»... και δεν ξέρω εγώ τι άλλο. Αυτά, όσο τραγελαφικά και αν ακούγονται είναι μία πραγματικότητα με την οποία μπορεί εύκολα να έρθει κανείς σε επαφή αν πάει μία βόλτα από τον σταθμό των τρένων για να δει τι γίνεται όταν αναχωρούν οι καινούριες σειρές.
Το παραπάνω όμως δεν είναι απαραίτητα ο κανόνας. Ο κανόνας είναι ο κόσμος που το βλέπει ως αναγκαίο κακό με μία μεγάλη δόση ανοχής, είναι κάτι που μένει σαν συνήθεια σε μία ζωή όπου σε σχολεία, πανεπιστήμια, δουλειές υπομένουμε τις καταστάσεις μέχρι «να τελειώνουμε και με αυτό» αφήνοντας να μας κλέβουν κι άλλο χρόνο από τις ζωές μας.
Ο στρατός είναι ένας θεσμός που αλλάζει. Αφήνει πίσω το μοντέλο του μαζικού κληρωτού σώματος, με μία πορεία προς το ευέλικτο μισθοφορικό στράτευμα. Μετατρέπεται σε μία δύναμη που θα είναι πιο επιθετική, στοχεύοντας σε επεμβάσεις εκτός των συνόρων, απαλλαγμένη από μειονεκτήματα του παρελθόντος όπως, η όχι και τόσο ετοιμοπόλεμη φιγούρα του κληρωτού και πιο εξειδικευμένη, αφού στηρίζεται σε όπλα υψηλής τεχνολογίας.
Στην εποχή μας ο πόλεμος είναι διαφορετικός. Πόλεμος είναι και η διαδικασία της ειρήνης που στηρίζει την πολεμική μηχανή. Ο στρατός σήμερα τείνει να θυμίζει περισσότερο αστυνομία και η αστυνομία περισσότερο στρατό. Σώματα όπως οι συνοριοφύλακες και οι ειδικοί φρουροί έχουν έντονη παρουσία στους δημόσιους χώρους των πόλεων. Επίσης εισάγονται από το εξωτερικό καινούριοι αστυνομικοί θεσμοί με πολιτικά χαρακτηριστικά όπως ο αστυνομικός της γειτονιάς, η δημοτική αστυνομία, τα προγράμματα εθελοντικής φύλαξης. Η παρουσία πολυβόλων στις πλατείες πρώτα από όλα συμβολίζει την εμπλοκή του στρατιωτικού με το αστυνομικό και το κοινωνικό.
Ένα άλλο σημείο είναι ότι από το τέλος του ψυχρού πολέμου και μετά, ο στρατιωτικός τομέας στηρίζεται όλο και περισσότερο σε ιδιωτικούς στρατούς (Private Military Firms) που αναλαμβάνουν διαφόρων ειδών υπηρεσίες από μισθοφόρους μέχρι γενική ασφάλεια, συντήρηση και στρατιωτικό σχεδιασμό. Τέτοιες εταιρείες παίζουν σημαντικό ρόλο σε συρράξεις σε ολόκληρο τον κόσμο. Στις μέρες μας τα θέματα εθνικής ασφάλειας αφήνονται πλέον όλο και περισσότερο σε ιδιώτες πράγμα που παλιότερα θα θεωρούνταν αδιανόητο.
Αυτές οι αλλαγές έχουν αφήσει πολύ πίσω τους παραδοσιακούς τρόπους άρνησης του στρατού οι οποίοι φαίνονται να είναι ανεπίκαιροι. Η ολική άρνηση στράτευσης αποτελεί μία επιλογή που αν και είναι ιδεολογικά καθαρή, με δημόσιο και κοινωνικό χαρακτήρα δεν είχε ποτέ αποκτήσει στη Ελλάδα μία κινηματική υποδομή που να την στηρίζει. Σαν να είναι μία ιδέα άλλης εποχής. Από την άλλη μεριά η αντίρρηση συνείδησης θυμίζει κάτι από δεκαετία του 60. Η επιλογή αυτή έχει συνδεθεί με την εκπόνηση εθελοντικής θητείας ή οποία, αν και έχει νομιμοποιηθεί κοινωνικά κάπως, σε αναγκάζει να πληρώσεις τα αντιμιλιταριστικά σου πιστεύω με επιπλέον χρόνο από την ζωή σου, λες και τους τον χρωστάμε κι από πριν.
Η επιλογή του τρελόχαρτου (Ι5) αποτελεί τη συνηθέστερη μέθοδο αποφυγή της στρατιωτικής θητείας σήμερα στην Ελλάδα αφού χιλιάδες άνθρωποι, με πολύ διαφορετικά κίνητρα ο ένας από τον άλλον έχουν περάσει από αυτή την διαδικασία. Η συγκεκριμένη πρακτική έχει λάβει τόσο μεγάλες διαστάσεις ώστε, παρά τα ατομικιστικά της στοιχεία, αναμφίβολα εκφράζει μία διογκούμενη άρνηση του στρατού που υπάρχει διάχυτη στην κοινωνία αλλά δεν γίνεται δημόσια. Το Ι5 χαρακτηρίζεται από μία αυξανόμενη έλλειψη επιπτώσεων αφού αποτελεί απόρρητο προσωπικό δεδομένο που δεν μπορεί να ελεγχθεί από καμία υπηρεσία συμπεριλαμβάνοντας τις περιπτώσεις των προσλήψεων από το δημόσιο. Tέτοιου είδους πληροφορίες πρέπει να βγαίνουν ευρύτερα προς τα έξω έτσι ώστε το Ι5, πέρα από το χαρακτηριστικό της προσωπικής καβάντζας, να μπορεί να υιοθετηθεί από περισσότερο κόσμο.
Θεωρείται ότι οι λόγοι για τους οποίους κάποιος θα επέλεγε να αποφύγει το στρατό είναι αυτονόητοι. Δεν χρειάζεται για κανένα λόγο να βλέπουμε τους δικούς μας ανθρώπους να πλησιάζουν τα όρια του παραλογισμού. Έχουμε ένα ολόκληρο κόσμο να δούμε και πολλούς φίλους για να φροντίσουμε. Ε ναι λοιπόν, ολική άρνηση, ανυποταξία, αντίρρηση συνείδησης, Ι5… κάτι τέλος πάντων!

O κιθαρίστας της παρέας (μία προσπάθεια σκιαγράφησης ρόλων)
Ένα πράγμα ενώνει όλο τον κόσμο. Ακόμα και στην Ισλαμική Δημοκρατία (!) του Ιράν, τη χώρα όπου το να παίζεις μουσική στο δρόμο με κάποια υποψία κίνησης τιμωρείται από το νόμο, μία βόλτα στα γρασίδια κοντά σε ένα ποτάμι αρκεί για να συναντήσεις μία από τις τόσο γνωστές εικόνες. Μία παρέα που συσπειρώνεται γύρω από ένα άτομο. Είναι ο κιθαρίστας της παρέας!
Η φιγούρα του κιθαρίστα, θολή και απομονωμένη στην ματαιότητα της βραδιάς παρουσιάζει πάντα μερικά κοινά χαρακτηριστικά: η αγωνία να ξέρεις το κομμάτι που ζητάνε, η διαδικασία της έκθεσης σε πολύ κόσμο, τα λάθη στην κρίσιμη στιγμή, η προσκόλληση στο μουσικό όργανο που δίνει έναν εξέχοντα ρόλο στον φέροντα (ο οποίος όμως πολλές φορές αντί να εκμεταλλευτεί αυτό του το συγκριτικό πλεονέκτημα καταλήγει στο τέλος της βραδιάς μόνος με την κιθάρα του).
Ο ρόλος του κιθαρίστα της παρέας είναι να διασκεδάσει του υπόλοιπους, να πιάσει τον σφυγμό της παρέας, να εναλλάξει κατάλληλα το ρεπερτόριο, πολλές φορές καλείται να επαναλάβει ξανά και ξανά τα ίδια και τα ίδια, να δεχτεί τις φιλοφρονήσεις, τα μπράβο της παρέας αλλά και τα παράπονα. Η ενσωμάτωση αυτού του ρόλου, η ταύτιση μαζί του μπορεί να κάνει το άτομο αυτάρεσκο αλλά και ευαίσθητο, αυταρχικό μέσα στο ναρκισσισμό του αλλά και δεκτικό στην διαφορετικότητα, ρομαντικό αλλά και οργισμένο, σοβαρό αλλά και παιχνιδιάρικο.
Από την άλλη μερικά άτομα σολάρουν και χωρίς κιθάρα. Υπάρχουν παρέες που έχουν ένα ψυχαγωγητή, ένα που τον κοροϊδεύει, δύο που σιγοντάρουν, τρεις που γελάνε, τέσσερις που κοιτάνε (και μία που κοιμάται). Το παραπάνω παράδειγμα προεκτείνεται σε όλες τις πτυχές τις ζωής: στις παρέες, στις συλλογικές ασχολίες, στη διασκέδαση, στις ερωτικές σχέσεις, στην εργασία, γενικότερα όπου υπάρχει τριβή μεταξύ των ανθρώπων. Περιλαμβάνει μία περίπλοκη διαδικασία εξισορρόπησης, από τη μία του ρόλου που αποδίδει το σύνολο στο άτομο και από την άλλη στην ταυτότητα και την ιδιοσυγκρασία που κουβαλάει ο καθένας μας. Σε μία τέτοια πραγματικότητα δεν υπάρχει η «καλή» ή «κακή» ανθρώπινη φύση που φτιάχνει τον κόσμο έτσι όπως είναι.
Οι ρόλοι του σιωπηλού, του ομιλητικού, του αστείου, του θλιμμένου, του οργισμένου δεν είναι τίποτα άλλο από διαφορετικά πρίσματα μέσα από τα οποία βλέπουμε τον εαυτό μας και την πραγματικότητα. Πώς αλλιώς θα γίνουμε περισσότερα αν δεν μπούμε στις διαφορετικές ψυχικές καταστάσεις στις οποίες συνυπάρχουμε; Πώς μπορεί κανείς να είναι ανθρώπινος αν δεν κινείται μέσα σε αυτά; Πώς μπορεί κάποιος να γίνει ένα με την οργή αν δεν έχει γίνει ένα με την χαρά; Το κλειδί βρίσκεται στο να προσπαθούμε να δημιουργήσουμε, ατομικά και συλλογικά, τις συνθήκες αυτές ώστε το άτομο να μπορέσει να κινηθεί σε ρόλους και εκφράσεις συναισθημάτων που είναι απωθημένες, ωθούμενος παράλληλα να βγάλει τον πληρέστερό του εαυτό.
Τώρα πώς κολλάνε αυτά σε ένα κείμενο ούτε εγώ το έχω καταλάβει.
Το Εργαλείο Νο 4 τυπώθηκε σε 500 αντίτυπα το Δεκέμβριο του 2005 στην Θεσσαλονίκη. Μοιράζεται σε στέκια της πόλης και χέρι με χέρι (και ηλεκτρονικά) μεταξύ φίλων. Μπορεί να το βρεθεί σε έντυπη μορφή στην κατάληψη Φάμπρικα Υφανέτ και ηλεκτρονικά μαζί με τα υπόλοιπα Εργαλεία στην διεύθυνση
Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Ισμήνη για τις επιμέλειες, ζωγραφιές, προσθήκες και στους Στέργιο, Δήμητρα, Σώτο (Πρόεδρος) για τις συζητήσεις και την ανταλλαγή ιδεών. To Eργαλειο φιλοξενείται από την ελευθεριακή κολλεκτίβα αντιεξουσιαστικών επιθυμιών Βραχόκηπος με την τεχνική βοήθεια του Στέργιου.

TO EΡΓΑΛΕΙΟ No3

To Eργαλείο Νο 3
Aσύνδετες προσπάθειες αποστασιοποίησης και επικοινωνίας

Aραιά και που η ελευθερία αυτή των βουνών διατηρείται αρκετά ευδιάκριτη ακόμη, ως τις μέρες μας, παρόλο το βάρος των σύγχρονων διοικητικών μέτρων… «Τα χωριά που σκαρφαλώνουν τις ηλιόλουστες πλαγιές με τους καταρράκτες, πλάι σε τεράστιες καρυδιές που τις ποτίζουν οι χείμαρροι του Άτλαντα, δεν έχουν σπίτια για chicks και khalifats. Mάταια θα προσπαθούσαμε να διακρίνουμε στις κοιλάδες αυτές τις κατοικίες των φτωχών και τις κατοικίες των πλουσίων. Καθεμιά από τις μικρές αυτές περιοχές του βουνού αποτελεί κι ένα ξεχωριστό κράτος που διοικείται από ένα συμβούλιο. Συγκεντρωμένοι σε μία ταράτσα, ντυμένοι όλοι με σκούρα μάλλινα ρούχα, οι προύχοντες συζητούν με τις ώρες μεταξύ τους τα προβλήματα του χωριού· κανένας δεν σηκώνει τον τόνο της φωνή, και κοιτάζοντάς τους δεν μπορείς να μαντέψεις ποιος είναι ο αρχηγός τους». Τα φαινόμενα αυτά σώζονται μόνο αν η ορεινή περιφέρεια βρίσκεται σε μεγάλο υψόμετρο, σε αρκετή απόσταση από τους δρόμους, αν έχει δύσκολη πρόσβαση, περίπτωση που είναι μάλλον σπάνια σήμερα, αλλά ήταν πιο συχνή παλιότερα, πριν από την ανάπτυξη του οδικού δικτύου…
Braudel, Fernand (1949). “ΜΕΣΟΓΕΙΟΣ” τόμος Α, Αθήνα.





ΓΙΑ ΤΙΣ ΚΑΤΑΛΗΨΕΙΣ
Δυστυχώς ή ευτυχώς τα σύγχρονα απελευθερωτικά εγχειρήματα του δυτικού κόσμου δεν βρίσκονται πάνω σε βουνά ούτε είναι αποκομμένα από τους δρόμους της πόλης. Φλερτάροντας με την ιδέα της ελευθερίας οι σκέψεις μας εύκολα κινούνται σε ιδανικές καταστάσεις όπου όλα είναι τέλεια και αιώνια. Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική και ευτυχώς που είναι έτσι.
Αν το δούμε ορθολογικά, στην ιστορία των κοινωνικών κινημάτων έχουν υπάρξει δύο κύριες αντιλήψεις για το τι μπορεί να κάνει ένα σύνολο ανθρώπων ώστε να αντιπαρατεθεί με το σύστημα. Η πρώτη έχει να κάνει με την οργάνωση σε μία συμπαγή πολιτική οργάνωση (κόμμα) η οποία χρησιμοποιώντας τα παρακλάδια της σε άλλους κοινωνικούς χώρους (π.χ τα συνδικάτα στον χώρο της εργασίας) θα κατακτήσει την πολιτική εξουσία και θα αλλάξει την κοινωνία. Η δεύτερη έχει να κάνει με την αυτοοργάνωση των ανθρώπων σε συλλογικότητες που θα φτιάξουν μία άλλη κοινωνία μέσα από την υπάρχουσα, δημιουργώντας δομές που θα καταφέρνουν τόσο να βελτιώνουν την καθημερινή τους ζωή όσο και να προχωρούν την υπόθεση της κοινωνικής και ατομικής απελευθέρωσης.
Οι καταλήψεις ανήκουν στην δεύτερη αντίληψη. Ο όρος «κατάληψη» σε αυτό το κείμενο αναφέρεται στις προσπάθειες δημιουργίας χώρων ριζοσπαστικής κοινωνικής και πολιτικής δράσης μέσα στις πόλεις. Λέξεις κλειδιά: αυτοοργάνωση, αυτοδιαχείριση, άμεση δημοκρατία, ομοφωνία, αυτονομία, αντιεξουσία…
Ωραία όλα αυτά τα εισαγωγικά, που βρίσκεται το πρόβλημα;
To πρόβλημα βρίσκεται στην αδυναμία να φανεί μία αυθεντικά κοινωνική προοπτική.
Υπάρχει πολύς κόσμος που προσπαθεί δει την συμμετοχή του σε ένα τέτοιο εγχείρημα αλλά δεν το καταφέρνει. Είναι γεγονός ότι λείπουν οι τρόποι και πολλές φορές η φαντασία καταπνίγεται από τους δομές που οι ίδιοι δημιουργούμε. Από την άλλη μεριά οι προσδοκίες των «απέξω», αν και καλοπροαίρετες είναι τόσο μεγάλες που εύκολα οδηγούν στον αναθεματισμό και την παραίτηση.
Η δημιουργία του μικρόκοσμου σε έναν τέτοιο χώρο είναι ένα δυσάρεστο αλλά και λογικό παράλληλα αποτέλεσμα. Αρχικά δημιουργείται ένας ιδιαίτερος κώδικας επικοινωνίας που αποτελείται από ένα μείγμα ιδεολογικών ορολογιών και παρεϊίστικων αναφορών που είναι δύσκολο να μεταφραστεί και να κατανοηθεί από έναν εξωτερικό παρατηρητή. Αυτό αποτελεί και το πρώτο εμπόδιο στην έκφραση του ατόμου που προσπαθεί να δει τον εαυτό του σαν μέρος του εγχειρήματος γιατί είναι πολύ λογικό και υγιές να μην δέχεται την ενσωμάτωση ενός κλίματος που είναι ξένο προς αυτό. Αυτό είναι ιδιαίτερα προβληματικό όταν η πρώτη και βασικότερη επιθυμία του είναι να επικοινωνήσει τις πιο προσωπικές και καταπιεσμένες σκέψεις και να γίνει και παράλληλα αποδεκτός… (Δυστυχώς κάποια πράγματα δεν είναι τόσο απλά όσο θα έπρεπε να είναι και αυτό έχει να κάνει καθαρά με τον τρόπο που τα έχουμε καταχωρίσει μέσα στο κεφάλι μας και τίποτα παραπάνω. Για παράδειγμα μπορεί κάποιος να νοιώθει άβολα για χίλιους δύο λόγους που απλά να μην ισχύουν ή να μην αξίζουν την βαρύτητα που τους δίνει).
Το νόημα αρχίζει να χάνεται σιγά σιγά γιατί ο κόσμος που συμμετέχει δεν είναι σε φάση να βγει από την ατομική του φούσκα. Οι ρόλοι που επαναλαμβάνονται γίνονται πιο ξεκάθαροι από έναν εξωτερικό παρατηρητή παρά από τους «μέσα». Ο/η ωραίος/α ρήτορας, ο/η σιωπηλός/η βαριεστημένος/η, ο/η τουρίστας, ο/η χιουμορίστας, οι «αρχηγοί», οι συναινετικοί ακολουθητές. Από ένα σημείο και μετά οι ρόλοι δεν εναλλάσσονται και δημιουργείται μία παγιωμένη κατάσταση.
Το σημείο αυτό είναι λεπτό και οι απόψεις διίστανται. Κατά μία άποψη ο καθένας οφείλει να αυτοκριτικάρει την στάση του και εφόσον βλέπει την παγίωση της επανάληψης των ρόλων να επιδιώκει να αλλάξει συμπεριφορά έστω και ατομικά, να αναζητήσει καινούργιους τρόπους παρέμβασης χωρίς να παραιτηθεί.
Κατά μία άλλη άποψη όλοι αυτοί οι ρόλοι που προαναφέρθηκαν δεν μπορούνε ακριβώς να «εναλλάσσονται» γιατί δεν είναι απαραίτητο όλοι να περνάνε από τη φάση του ρήτορα, του μετριόφρονα σιωπηλού κτλ. Αυτός που μιλάει έχει γρήγορα αντανακλαστικά παίρνει πρωτοβουλίες δε θα ήταν καλό να κατασταλεί, ή αυτός που δε τα καταφέρνει με τα επιχειρήματα αλλά λειτουργεί με πράξεις. Το πρόβλημα είναι όταν όλοι εμείς που εγκλωβιζόμαστε στο ρόλο μας, τον μιμούμαστε (γινόμαστε είδωλα του εαυτού μας), όταν σταματάμε να ακούμε- οπότε μιλάμε ακατάπαυστα- σταματάμε να εξηγούμε και να δεχόμαστε.
Ι.
Η ζωή του χώρου της κατάληψης κινείται μεταξύ της εμφάνισης ρωγμών των εσωτερικών σχέσεων που παρουσιάζεται σε διάφορες περιστάσεις και σε μία δημιουργικότητα που ωθεί τα μέλη της στην ανάπτυξη μίας καινούργιας ποιότητας σχέσεων. Το λιγότερο που μπορεί να βρει κανείς είναι η ύπαρξη μίας τρυφερότητας και σεβασμού μεταξύ του κόσμου που αντιλαμβάνεται ο ένας την προσφορά του άλλου και που θέλει να εξωτερικεύσει το αίσθημα αγάπης που δημιουργεί η αμοιβαιότητα. Υπάρχει βέβαια και ίσως πιο συχνά η υποκρισία αυτού του συναισθήματος.
Υπάρχουν στιγμές που βιώνονται σε τέτοιες καταστάσεις ως στιγμές απελευθέρωσης. Αυτές οι στιγμές δεν είναι τόσο μεγάλες αλλά συναισθηματικά είναι μεγαλειώδεις. Μία διαυγής συζήτηση, μία δημιουργική δράση που αποτελεί πραγματωμένη επιθυμία, μία γιορτή που ξέφυγε από τα καθιερωμένα είναι πράγματα μπορούν να σε κάνουν να νιώσεις μεγαλύτερος. Ένα σύνθημα λέει ότι «Η αντίσταση μπορεί να σε πάει σε έναν άλλο κόσμο» και αυτό ισχύει έτσι απλά. Όμως οι στιγμές αυτές είναι σποραδικές και σχεδόν ασύνδετες.
Τι μένει από όλα αυτά; Η ανάγκη για διάχυση, για άπλωμα στον χώρο και τον χρόνο. Μία διάθεση που θέλει να ξεριζωθεί και να μεταναστεύσει χίλιες φορές, να απορροφηθεί στην γη και να φτάσει στο κέντρο του κόσμου, να αλλάξει πρόσωπο και να δημιουργήσει τα δικά της πεδία αντιπαράθεσης.
Πολλά λόγια για το τίποτα;

ΓΛΩΣΣΑ Ή ΣΙΩΠΗ;
Πρέπει να ομολογήσω ότι η γλώσσα με τρελαίνει κυριολεκτικά. Όσο περισσότερο την εξετάζω τόσο μου φαίνεται πιο βέβαιο πως η γλώσσα φταίει για όλα τα κακά και τα στραβά μου. Φταίνε ο τρόπος το λέγειν, οι εκφράσεις μου, το λεξιλόγιό μου, η γραμματική μου, η σύνταξή μου, οι φράσεις μου, οι αντωνυμίες μου, τα επίθετά μου, όλα μετατοπισμένα, ξεχαρβαλωμένα και κακοβαλμένα στον εγκέφαλό μου. Δεν πάει στο διάολο η γλώσσα μια και καλή. Ας απαγορευτεί. Ας επιστρέψουμε στη γλώσσα των σημείων. Στο κάτω κάτω της γραφής τα ψάρια τα καταφέρνουν μια χαρά χωρίς γλώσσα. Το ίδιο και τα πουλιά, παρόλο που έχουν την κακή συνήθεια να τραγουδάνε πού και πού. Τα άγρια ζώα βρυχώνται, μουγκρίζουν, γαβγίζουν, νιαουρίζουν και σφυρίζουν, παρ’ όλα αυτά τα καταφέρνουν χωρίς να μιλάνε. Είμαι υπέρ της Νέας Σιωπής. Της αφωνίας. Χωρίς λόγους ή λόγια. Σιωπηλή διδαχή με ταινίες, εικόνες, ματιές που λένε χίλια δυό. Ένα και μόνο βλέμμα διαμαρτυρίας, προσώπου αγαπημένου φτάνει να με συντρίψει για μία αιωνιότητα. Ξέρω ότι τα γνωρίζουμε όλα αυτά. Αλλά τα λησμονούμε…
Νάνος Βαλαωρίτης (1993). «Η ζωή μου μετά θάνατον εγγυημένη», Εκδόσεις Νεφέλη, Αθήνα».

Σκαλοπάτια
Η πραγματικότητα είναι πολύπλοκη για να την κατανοήσει ο άνθρωπος ως ολότητα. Για αυτό φτιάχνει σκέψεις, αλήθειες οι οποίες ως «μονάδες μάχης» που είπε και ο Φροϋντ έρχονται σε σύγκρουση στα σημεία εμπλοκής ανάλυσης της πραγματικότητας και προσφέρουν μία λύση. Για παράδειγμα αν ένας άνθρωπος δυσκολεύεται πολύ στο να κάνει κάτι που θέλει (από το να πάει μία εκδρομή μέχρι να εκφραστεί σε ένα αγαπημένο πρόσωπο, από το να αρνηθεί να κάνει κάτι που νοιώθει ότι είναι χάσιμο χρόνου μέχρι να αντιπαρατεθεί σε μία «παντοδύναμη» δομή) τότε αυτό πρέπει να δικαιολογείται από μία σειρά φράσεων – σκέψεων, κάτι σαν αξιώματα π.χ το τάδε πράγμα είναι έτσι για αυτόν τον λόγο, τελεία και παύλα, εγώ είμαι έτσι γιατί είμαι αυτός που είμαι. Τέλος. Αυτές οι σκέψεις φαίνεται να είναι άγνωστες εκ πρώτης όψεως για το άτομο, είναι μάλλον κρυμμένες και ασφαλισμένες ώστε να κρατάνε η μία την άλλη.
Ο άνθρωπος είναι δύσκολο να κατανοήσει την πραγματικότητα για αυτό φτιάχνει τον έρωτα, τις ιδέες, την τέχνη. Δημιουργεί μέσα και αξίες γιατί χρειάζεται σκοπούς που θα δίνουν περιεχόμενο στην ζωή του, το νόημα της ευτυχίας. Εδώ κάπου μπαίνει η η λειτουργία της μνήμη και της λήθης στην ζωές μας (δες εργαλείο Νο2) και το πώς η διαδικασία της επιλογής και διαγραφής αναμνήσεων οδηγεί στην κατασκευή των προσωπικών αληθειών (ή αλλιώς «μονάδων μάχης»). Η λήθη δίνει ένα νόημα που η μνήμη αφαιρεί.
Η κατανόηση είναι μία έννοια που περιλαμβάνει την αποδοχή και ένα είδους συμβιβασμό. Π.χ όταν λέμε σε κάποιον, «σε καταλαβαίνω» ακόμα κι αν δεν συμφωνούμε με αυτό που λέει ως νόημα, δηλώνουμε ότι έχει υπάρξει ένας συνδετικός κρίκος που τουλάχιστον δίνει μία δόση σεβασμού στο θέμα προς κατανόηση, αποκαλύπτει ένα ποσοστό κοινής αλήθειας.
To wall paper είναι ένα δείγμα του νοήματος με το οποίο πλαισιώνει ο χρήστης του υπολογιστή την εργασία που κάνει, φανερώνει την ψυχολογία του, τα πράγματα που θέλει να βλέπει. Τα έτοιμα wallpaper, αυτά δηλαδή που υπάρχουν σαν επιλογές στα windows είναι ενδεικτικά του «τι θέλει να βλέπει ο κόσμος ή/και τι θέλει να μας δείχνει η micrοsoft»: ηλιοβασιλέματα, σκυλάκια, γατάκια, καταρράχτες, απέραντα λιβάδια, δάση, ωκεανός, χρώματα που σε ταξιδεύουν σε άλλους κόσμους… To wall paper είναι ότι ήταν παλιότερα το εικονοστάσι, το σημείο που χάνεται το μυαλό σε μία περίεργη μεταφυσική: μπορεί ο χρήστης να μην πιστεύει στον θεό αλλά χρειάζεται να πιστέψει σε κάτι. Και αυτό το κάνει δημιουργώντας ένα δικό του εικονικό περιβάλλον που εμφανίζεται σαν «κενό μνήμης» ανάμεσα στις εργασίες που διεκπεραιώνει, συμπεριλαμβάνοντας στις εικόνες του από τηνπροσδοκία των καλοκαιρινών διακοπών μέχρι τα μπάχαλα στην πόλη.

Παραλία

Στην πόλη της Θεσσαλονίκης ένα ωραίο χαρακτηριστικό είναι η παραλία της. Πόσους περιπάτους δεν έχουμε κάνει στις δύσκολες ώρες αναλογιζόμενοι προβλήματα, αποφάσεις που μας αφορούν και που είναι τόσο δύσκολο να επηρεάζουμε. Η βόλτα στην παραλία βγαίνει σαν εσωτερική ανάγκη κάτι τέτοιες στιγμές και αναζητάει μία παρηγοριά.
Ένα ωραίο ηλιοβασίλεμα φτάνει να παρέχει αυτή την παρηγοριά. Tο βάρος που μας έχει τεθεί με κάποιο αυτόματο τρόπο μετατοπίζεται προς το άπειρο: η ανάγκη για ανεξαρτησία από τους γονείς, η σχέση που δεν πάει καλά, η πίεση από δουλειές, αποκτούν μία αύρα αιωνιότητας. Ο συνδυασµός του τέλους της πόλης µε την αρχή της θάλασσας επιτρέπει στη µνήµη ύπουλες επιθέσεις, επιθέσεις αυτογνωσίας όµως, επιστροφής παρά καταστροφής (ξ1).
Παραδείγματα μπορεί να είναι η συγκίνηση που νοιώθει κανείς όταν βλέπει ένα όμορφο ηλιοβασίλεμα, την πόλη από ψηλά, την θάλασσα που χάνεται. Σε μία κατάσταση έντασης και οργής θα μπορούσε να πει κανείς ότι τέτοιες εικόνες λειτουργούν (μπορεί βέβαια και όχι) σαν ένας οπτικός τρόπος αποκοπής από μία ψυχική κατάσταση που ζητάει διέξοδο.
Η σκέψη που επανέρχεται είναι ότι «όλα ήταν πάντοτε τα ίδια», «είμαι ο άνθρωπος που αναγνωρίζω». Αυτό όμως δεν είναι αλήθεια. Οι αναμνήσεις μας αποτελούν τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να θυμόμαστε τον εαυτό μας, τις κατασκευάζουμε εμείς και συνήθως επιλέγουμε αυτές που ταιριάζουμε στα πρότυπα που κουβαλάμε μαζί μας. H πορεία των σκέψεων είναι συγκεκριμένη. Πόνος, ομορφιά, συγκίνηση, μηδενισμός, επανακατασκευή της ίδιας αλήθειας.
Περίπατος
Αρχικά έξοδος στην παραλία. Περνάω από το παγκάκι του άστεγου και σκέφτομαι ότι «υπάρχουν και χειρότερα». Βόλτα προς το πάρκο του Φωκά, κόσμος που κινείται, παιδικές αναμνήσεις, ένα απέραντο πεδίο για το μάτι και το μυαλό. Μετά φτάνω στο γλυπτό της πολιτιστικής πρωτεύουσας με τις ομπρέλες. Γύρω το Μακεδονία Παλλάς, ζευγαράκια στα παγκάκια, το πάρκο που πηγαίναμε εκδρομές στο σχολείο, στο βάθος ο λευκός πύργος, το μεγάλο σύμβολο στην πόλη μου υπενθυμίζει ότι βρίσκομαι σε έναν κεντρικό χώρο μίας σημαντικής πόλης. Προορισμοί που εναλλάσσονται σημασίες στον αέρα.
Οι εκρήξεις της θλίψης εσωτερικεύονται με τον ένα τρόπο ή τον άλλο και αργά ή γρήγορα βρισκόμαστε στον ίδιο ρόλο να αναζητούμε την ανακούφιση με μία βόλτα στην παραλία.

Τσε Γκεβάρα
Mαλλιάδες με μούσια στα αμφιθέατρα. Ρητορεία γεμάτη αυταρέσκεια από τον/την ωραίο/α. Η λίμπιντο φτάνει στα ύψη. Ανέμελα ταξίδια αφιερωμένα στην επανάσταση. Ανήσυχες προσωπικότητες που ζουν την ζωή τους στο maximum. Αγώνας και πίστη για τα ιδανικά μέχρι το τέλος. Η λύση είναι γνωστή και αναμφισβήτητη. Ασυμβίβαστος αγώνας που δεν αλλάζει ποτέ, έφοδος σε μακρινές χώρες. Η αξιοπρέπεια της μοναξιάς, το δίκιο του αφοσιωμένου στον σκοπό του άνθρωπο, η παραίτηση από τις απλές ανθρώπινες ευχαριστήσεις σε αντιπαράθεση με έναν επιλεκτικό ηδονισμό. Χαμόγελο γλυκό και τρυφερό. Πρόσωπο αυστηρό και σκεπτόμενο. Ταξίδι προς το άγνωστο μέσα από την ασφάλεια του αποφασισμένου ανθρώπου.
Ωραία όλα αυτά αλλά τι σχέση έχουν με την πραγματικότητα; Μία πραγματικότητα που η έννοια του ταξιδιού είναι ο τουρισμός του ζορπίδη ή στην καλύτερη περίπτωση το interail. Οι διέξοδοι: φοιτητές που ονειρεύονται το Erasmus στην Βαρκελώνη, την τέλεια ερευνητική δουλειά στην Γουατεμάλα, την εθελοντική εργασία δεν ξέρω εγώ που. Άλλα χαρακτηριστικά; σκέψεις για βανάκια που τριγυρίζουν όλο τον κόσμο, πλανόδιοι μουσικοί που ξεκινούν προς το άγνωστο, χαλαρές βόλτες στην Ευρώπη.
Σκέψεις διάφορες που μένουν στη σφαίρα του φανταστικού. Γιατί; Γιατί οι ίδιες αποτελούν μέρος ενός φαντασιακού που στηρίζει την υπάρχουσα κατάσταση. Οι αντιφάσεις είναι πολλές και αποτελούνται από ένα σωρό αντικρουόμενες νοοτροπίες. Φετιχοποίηση της τσιγγάνικης ζωής (τι ωραία που θα ήταν… να πηγαίναμε στην άλλη άκρη του κόσμου… και τελικά με δυσκολία ξεκολλάς για τρεις μέρες από την ασφάλεια της πόλης με όλα τα “εναλλακτικά” της συστατικά), φετιχοποίηση της τυχαιότητας (εντάξει μωρέ, ότι είναι να γίνει θα γίνει”, “όλα χρειάζονται τον χρόνο τους” και τελικά τα πράγματα που περιμένεις να γίνουν χάνονται στην απραξία), αντικαταναλωτισμός με χρωματιστά καλτσάκια.
Mε τον ίδιο τρόπο το προϊόν του Τσε όπως προωθείται από αφίσες, ταινίες, αναπτήρες, μπλουζάκια, κόμματα και οργανώσεις βοηθά στο ίδιο ακριβώς πράγμα. Nα αποκόπτεται μία εικόνα από το παρελθόν και να επικολλείται πάνω στα μυαλά μας να εγκλωβίζει την φαντασία σε κατασκευασμένα πρότυπα. Στην τελική και οι τάσεις φυγής μπορούν να βγουν σε καλό. Αρκεί να είναι ειλικρινής.

Πρέπει να πιστέψω σ’ έναν κόσμο έξω απ’ το μυαλό μου.
Να πιστέψω ότι οι πράξεις μου έχουν ένα νόημα.
Έστω κι αν δεν τις θυμάμαι.
Να πιστέψω ότι όταν κλείνω τα μάτια, ο κόσμος υπάρχει.
Πιστεύω ότι ο κόσμος υπάρχει;
Υπάρχει;
Nαι.
Χρειαζόμαστε τις αναμνήσεις για να θυμόμαστε ποιοι είμαστε.
Κι εγώ δεν διαφέρω…
…Λοιπόν, τι έλεγα;

Aπό την ταινία
Memento

Τα όνειρα γίνονται πραγματικότητα
Η ζωή γίνεται πραγματικότητα
Και ένα μήνυμα από έναν φίλο κάπου μακριά:
Nα υπερασπιστούμε την χαρά σαν ένα χαράκωμα

Για το ΕΡΓΑΛΕΙΟ
Το Εργαλείο ξεκίνησε σαν μία προσπάθεια εντελώς προσωπική. Θα ήταν υποτίθεται ένας πρόλογος σε ένα μικρό βιβλιαράκι που θα συμπύκνωνε όλες τις έντονες αναμνήσεις μου (κυρίως τις ωραίες είναι η αλήθεια) με σκοπό να αποτελέσει τι; Ένα εργαλείο που θα βοηθούσε στην ανάκληση της μνήμης; Ή μήπως στην διαστρέβλωσή της; Τελικά αντί να γίνει ένα μέσο για να ξεχνιέμαι στις δύσκολες ώρες έγινε απλά Το Εργαλείο: ένα φυλλαδιάκι που μοιράστηκε μεταξύ 20-30 φίλων. Αργότερα έγινε ένα εντυπάκι που βγήκε και λίγο προς τα έξω. Θεματολογία και σκοπός συγκεκριμένος δεν υπάρχει. Aυτό που θέλει να προκαλέσει είναι μία συζήτηση που υπάρχει μεταξύ μας αλλά δεν βρίσκει διεξόδους. Μία επαφή που δεν γίνεται, για εμένα τουλάχιστον, να υπάρξει με το ζόρι και μέσα στα πλαίσια του "γειά, τι κάνεις, καλά". Kάποια πράγματα χρειάζονται τον χρόνο τους και είναι σημαντικό να αποφασίσει κανείς από πότε θα αρχίσει να μετράει τον δικό του, τι θα κάνει ο ίδιος και τι θα περιμένει από τους άλλους. Ας πούμε ότι για εμένα ο χρόνος αρχίζει να μετράει από τώρα. Εννοείται ότι η αναπαραγωγή είναι περισσότερο από επιθυμητή. Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην Ισμήνη χωρίς την οποία αυτή η προσπάθεια πολύ δύσκολα θα προχωρούσε. Επίσης ένα ευχαριστώ στον Στέργιο για τις τεχνικές συμβουλές και στην ελευθεριακή κολλεκτίβα αντιεξουσιαστικών επιθυμιών «Βραχόκηπος» για την ιντερνετική φιλοξενία. Τα εργαλεία μπορεί να τα βρει κανείς ηλεκτρονικά στην διεύθυνση

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία η Λήθη είναι ένας από τους πέντε ποταμούς που χωρίζει τον κόσμο των ζωντανών από τους νεκρούς. Οι ψυχές των νεκρών πίνουν από το νερό της Λήθης για να ξεχάσουν την προηγούμενη ζωή τους αφού έχουν επιλέξει την επόμενη.