Τετάρτη, 26 Μαρτίου 2008

Στον ορίζοντα ξεμύτιζε μία αστραφτερή Τετάρτη

Τα χαράματα, μετά από μία συνοπτική διαδικασία του στρατοδικείου, ο Αρκάδιο εκτελέστηκε στο τοίχο του νεκροταφείου. Τις δύο τελευταίες ώρες τις ζωής του δεν μπόρεσε να καταλάβει γιατί ο φόβος που τον βασάνιζε από παιδί είχε εξαφανιστεί. Αδιάφορος, χωρίς καν να νοιάζεται να εξάρει το πρόσφατο θάρρος του, άκουσε τις ατελείωτες καταγγελίες του κατηγορητηρίου. Σκεφτόταν την Ούρσουλα, που εκείνη την ώρα θα έπινε τον καφέ της κάτω απ’ την καστανιά με τον Χοσέ Αρκάδιο Μπουενδία. Σκεφτόνταν την κόρη του, οχτώ μηνών, αβάφτιστη ακόμα, και το μωρό που θα γεννιόταν τον Αύγουστο. Σκεφτόταν δειλά τη Σάντα Σοφία δε λα Πιεδάδ, που την είχε αφήσει το προηγούμενο βράδυ ν’ αλατίζει ένα ελάφι για το μεσημέρι του Σαββάτου και νοστάλγησε τα μαλλιά της όπως χύνονταν πάνω στους ώμους της και τα ματόκλαδά της που’μοιάζαν ψεύτικα. Σκεφτόταν τους δικούς του, χωρίς συναισθηματισμούς και εξετάζοντας αυστηρά το πάρε δώσε του με τη ζωή, άρχισε να καταλαβαίνει πόσο πολύ αγαπούσε στην πραγματικότητα τους ανθρώπους που νόμιζε ότι μισούσε. Ο πρόεδρος του στρατοδικείου άρχισε την τελική αγόρευση του προτού ο Αρκάδιο πάρει είδηση ότι είχαν περάσει κιόλας δύο ώρες. «Ακόμα κι αν οι αποδεδειγμένες κατηγορίες δεν ήταν αρκετές», έλεγε ο πρόεδρος, «η ανεύθυνη κι εγκληματική παρατολμία με την οποία ο κατηγορούμενος έσπρωξε τους κατωτέρους του σ’ένα μάταιο θάνατο θα ήταν αρκετή για να αξίζει την ποινή του θανάτου». Στο ξεχαρβαλωμένο σχολείο, όπου για πρώτη φορά είχε νοιώσει την σιγουριά της εξουσίας, λίγα μέτρα πιο πέρα απ’ το δωμάτιο όπου είχε γνωρίσει την αβεβαιότητα του έρωτα, ο Αρκάδιο βρήκε γελοία την επισημότητα του θανάτου. Στην πραγματικότητα δεν τον ενδιέφερε ο θάνατος, μόνο η ζωή, και γι’ αυτό το συναίσθημα που αισθάνθηκε, όταν απάγγειλαν την κατηγορία, δεν ήταν φόβος αλλά νοσταλγία. Δεν είπε κουβέντα, παρά μόνο όταν τον ρώτησαν ποια ήταν η τελευταία του θέληση.


- Πείτε στη γυναίκα μου, απάντησε με καμπανιστή φωνή, να δώσει στο κορίτσι το όνομα Ούρσουλα. Έκανε μία παύση και ξανάπε: Oύρσουλα, σαν τη γιαγιάτης. Και πείτε της ακόμα πώς αν το παιδί που θα γεννηθεί είναι αγόρι, να το βγάλει Χοσέ Αρκάδιο, αλλά όχι για το θείο του, παρά για τον παππού του.


Πριν τον στήσουν στο τοίχο, ο πάτερ-Νικανόρ προσπάθησε να του παρασταθεί. «Δεν έχω να μετανοήσω για τίποτα», είπε ο Αρκάδιο και παραδόθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα, αφού ήπιε ένα σκέτο καφέ. Ο διοικητής του εκτελεστικού αποσπάσματος, ειδικός στις συνοπτικές εκτελέσεις, είχε ένα όνομα που δεν ήταν καθόλου τυχαίο: λοχαγός Ρόκε Καρνισέρο, που σημαίνει χασάπης. Στο δρόμο για το νεκροταφείο, κάτω από ένα επίμονο ψιχάλισμα, ο Αρκάδιο παρατήρησε πώς στον ορίζοντα ξεμύτιζε μία αστραφτερή Τετάρτη. Η νοσταλγία εξαφανιζόταν με την ομίχλη και έδινε τη θέση της σε μία τρομερή περιέρεια. Μόνο όταν τον διέταξαν ν’ακουμπήσει τους ώμους του στον τοίχο, ο Αρκάδιο είδε την Ρεβέκκα με βρεγμένα μαλλιά κι ένα φουστάνι με τριανταφυλλιά λουλούδια ν’ανοίγει διάπλατα το σπίτι. Έκανε μία προσπάθεια να την κάνει να τον αναγνωρίσει. Πραγματικά, η Ρεβέκκα έριξε τυχαία το βλέμμα της στον τοίχο και παρέλυσε απ’τον τρόμο της και μόλις που μπόρεσε ν’αντιδράσει και να αποχαιρετήσει τον Αρκάδιο κουνώντας του το χέρι. Ο Αρκάδιο της απάντησε με τον ίδιο τρόπο. Εκείνη τη στιγμή οι κάνες των όπλων τον σημάδεψαν καπνίζοντας κι άκουσε γράμμα με γράμμα τις τραγουδιστές εγκυκλίους του Μελκίαδες κι άκουσε τα χαμένα βήματα της Σάντα Σοφία δε λα Πιεδάδ, παρθένας ακόμα, μες στην αίθουσα των παραδόσεων, κι ένιωσε στη μύτη του την ίδια παγωμένη σκληράδα που’χε τραβήξει την προσοχή του στα ρουθούνια της μύτης στο λείψανο της Ρεμέδιος. «Αχ, διάολε», πρόλαβε να σκεφτεί, «ξέχασα να πω, αν γεννηθεί κορίτσι, να το βγάλουν Ρεμέδιος». Τότε, μαζεμένο μέσα σε μια νυχιά που τον ξέσκισε, ένοιωσε όλο τον τρόμο που τον βασάνιζε στη ζωή του. Ο λοχαγός φώναξε πυρ. Ο Αρκάδιο, μόλις που πρόλαβε να τεντώσει το στήθος του και να σηκώσει το κεφάλι, δίχως να καταλαβαίνει από πού έτρεχε το ζεματιστό υγρό που του έκαιγε τα πόδια.


- Ρουφιάνοι, φώναξε. Ζήτω το Φιλελεύθερο Κόμμα!




Το απόσπασμα είναι από το βιβλίο του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες "Εκατό χρόνια μοναξιά" σελ 116-118. Είναι ένα από τα όμορφα πράγματα που μου έχει φανερώσει η Ελευθερία. Σε ευχαριστώ. H φωτογραφία είναι μία καρτ-ποστάλ από τα χρόνια ενός περασμένου πολέμου που με ένα τρόπο είναι παρών κάθε μέρα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: